«Η Ελλάδα της νέας εποχής απαιτεί θεσμική σταθερότητα, παραγωγική φιλοδοξία και εθνική αυτοπεποίθηση. Απαιτεί μια κεντροδεξιά ικανή να εμπνεύσει, να προσφέρει όραμα, ελπίδα για το αύριο. Ένα κοινό αύριο που διατηρεί ανοιχτή την τροχιά της κοινωνικής ανόδου, χαρίζει στους νέους κίνητρο να παραμείνουν και να δημιουργήσουν, ενισχύει όσους παράγουν, προστατεύει όσους δοκιμάζονται και ανεγείρει κράτος αντάξιο των προσδοκιών κάθε πολίτη. Εκεί εντοπίζεται η μεγάλη αποστολή μιας παράταξης με βαθύ φιλολαϊκό χαρακτήρα, όπως η Νέα Δημοκρατία: Να μετατρέψει την ελπίδα σε κοινό ορίζοντα για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία». Αυτά υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Εθνικής Αμυνας, Νίκος Δένδιας, σε κείμενό του στο «Liberal.gr», αναφορικά με το μέλλον της κεντροδεξιάς στην Ελλάδα.
Ταυτόχρονα, επισημαίνει ότι «στην εποχή των μεγάλων και ραγδαίων αλλαγών είναι αυτονόητο ότι η Νέα Δημοκρατία, η παράταξη που εκπροσωπεί την κεντροδεξιά στην Ελλάδα, οφείλει να εξελίσσεται, να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες, αλλά και να διαφυλάσσει τον πυρήνα των αρχών και αξιών της αναλλοίωτο. Όχι μόνο διότι οι ιστορικές επιλογές της έχουν πλήρως δικαιωθεί, αλλά διότι μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική ελπίδα για το μέλλον. Κατά συνέπεια, ιστορική υποχρέωση και καθήκον της κεντροδεξιάς είναι να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που θα εξασφαλίσουν την ευημερία και πρόοδο των πολιτών και που θα τους επιτρέπουν να οραματίζονται ένα καλύτερο αύριο».
Όπως διευκρινίζει ο υπουργός Εθνικής Άμυνας «οι προϋποθέσεις για να επιτευχθεί αυτό εμπεριέχονται στα δομικά συστατικά στοιχεία της φιλελεύθερης ιδεολογίας της: Στη δημοκρατία, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στην προστασία των αδυνάμων, στο Κράτος Δικαίου, στην ελευθερία του Τύπου, στον πλουραλισμό, στη διατλαντική συμμαχία και στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Για την Κεντροδεξιά το σύγχρονο φιλελεύθερο κοινωνικό κράτος αποτελεί τον πολιτικό εγγυητή της κοινωνικής συνοχής και της ευημερίας».
«Η αποδοχή των θεμελιωδών αρχών της Κεντροδεξιάς στην Ελλάδα αποτελεί την ισχυρή επικύρωση των πολιτικών επιλογών της. Αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτές υπηρετούν αποδεδειγμένα το κοινωνικό σύνολο και όχι τα συμφέροντα των ολίγων ή όποιων έχουν στόχο τη νομή της εξουσίας», προσθέτει ο κ.Δένδιας, ενώ τονίζει ότι «η κεντροδεξιά στην Ελλάδα απευθύνεται διαχρονικά στη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία. Είναι η παράταξη των πολλών, όχι των ολίγων. Ένα πραγματικά λαϊκό κόμμα. Αυτός ο φιλολαϊκός χαρακτήρας αποτελεί τον πυρήνα της ιδεολογικής ταυτότητας και συνιστά το θεμέλιο από το οποίο αντλεί τη νομιμοποίηση της κοινωνίας για τις πολιτικές της επιλογές. Ένας χαρακτήρας συμβατός όσο ποτέ άλλοτε με τις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής. Ένας χαρακτήρας που αποτελεί οδηγό για το μέλλον της Κεντροδεξιάς στην Ελλάδα».
Όσον αφορά στην αξιοπιστία της σύγχρονης πολιτικής πρότασης από την κεντροδεξιά, επισημαίνει ότι «θα κριθεί από το περιεχόμενό της, το ύφος της και, κυρίως, την ταύτισή της με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Απαιτείται διαυγής πολιτικός λόγος, μετριοπάθεια και σχέση εμπιστοσύνης με τις υγιείς κοινωνικές ομάδες».
Ταυτόχρονα, ο υπουργός Εθνικής Αμυνας αναφέρει ότι «η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία δεν αναζητά πολιτικές αυταπάτες. Έχει, άλλωστε, πληρώσει ακριβά τις εύκολες υποσχέσεις και τις ανέφικτες βεβαιότητες, όπως επίσης τις εμμονές και τις ιδεοληψίες. Αντιθέτως, αναζητά λύσεις ρεαλιστικές, που βλέπουν μπροστά, διαυγώς και που αντέχουν στον χρόνο. Για αυτό ο πολιτικός λόγος οφείλει να είναι απλός, διαυγής και να προτείνει διεξόδους που έχουν στέρεες βάσεις εφαρμογής. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο θα κριθεί η αξιοπιστία κάθε σύγχρονης πολιτικής πρότασης, ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης. Προϋπόθεση για κάθε μεγάλη παράταξη που διεκδικεί ρόλο πλειοψηφίας είναι να αντιλαμβάνεται την εποχή της, να μιλά στη γλώσσα των πολιτών και να κατορθώσει να μετατρέψει την αγωνία τους σε πρόταση. Στη σημερινή συγκυρία η κεντροδεξιά πρέπει να πείσει την κοινωνική πλειοψηφία ότι, εφόσον συναινεί στις βασικές πολιτικές επιλογές που συνθέτουν μια προηγμένη φιλελεύθερη δυτική κοινωνία, η μετάβαση στη νέα εποχή απαιτεί αλλαγή κουλτούρας και αντίληψης».
Επίσης, όπως αναφέρει, «να πείσει ότι η χώρα χρειάζεται να αφήσει πίσω της τη συνήθεια του κρατικοδίαιτου μοντέλου, την υπερεξάρτηση από περιορισμένους τομείς οικονομικής δραστηριότητας και την πεποίθηση ότι η επιδοματική πολιτική αρκεί για να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Να πείσει ότι χρειάζεται ουσιαστική ενίσχυση της ελεύθερης αγοράς, αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής, ενίσχυση της βιομηχανίας, εμπιστοσύνη στις νέες τεχνολογίες και στρατηγική επιλογή προς όφελος της καινοτομίας. Χρειάζεται αμυντική θωράκιση και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Και για να πετύχει το μεταρρυθμιστικό της έργο χρειάζεται ένα μικρότερο, συμπαγές και αποτελεσματικότερο κράτος».
Τονίζει ακόμη ότι «προκειμένου να προσφέρει όραμα για το μέλλον, πρέπει, καταρχάς, να ενδυναμώσει τη σχέση της με τις υγιείς παραγωγικές ομάδες, τον ελεύθερο επαγγελματία, τον αγρότη, τον μισθωτό, αλλά και τον συνταξιούχο. Κυρίως, τον νέο που αναζητά προοπτική και τον πολίτη που αισθάνεται ευάλωτος, που νοιώθει ότι η ανάπτυξη δεν έχει φτάσει ακόμη στη δική του ζωή. Αυτή η σχέση χτίζεται και διατηρείται με ειλικρίνεια και απτό αποτέλεσμα. Μια παράταξη πλειοψηφίας χρειάζεται να ακούει τον πολίτη, ώστε εκείνος να διατηρεί συναισθηματικό δεσμό και πολιτική ταύτιση με αυτήν. Ο λαϊκός χαρακτήρας της κεντροδεξιάς έχει ουσιαστική αξία όταν εκφράζεται μέσα από την ενίσχυση των παραγωγικών δυνάμεων, τη στήριξη της μεσαίας τάξης, τη δημιουργία ευκαιριών για τους νέους και την προστασία των ευάλωτων. Ιδιαίτερα η περίπτωση των πιο αδύναμων αποτελεί θεμελιώδες κεφάλαιο στη διαμόρφωση κάθε πολιτικής της κεντροδεξιάς παράταξης. Υπό αυτό το πρίσμα, ο φιλελευθερισμός αποκτά κοινωνικό βάθος, επειδή ακριβώς παρέχει τα μέσα και τη δυνατότητα σε κάθε πολίτη να προχωρήσει με τις δικές του δυνάμεις σε ένα κράτος που θέτει σαφείς κανόνες και εγγυάται ίσες ευκαιρίες για όλους. Μόνο τότε εμπεδώνεται η εμπιστοσύνη και η αίσθηση δικαιοσύνης».
Όσον αφορά στην ανάπτυξη, επισημαίνει ότι «έχει πολιτικό νόημα όταν μετατρέπεται σε καλύτερες δουλειές, υψηλότερο εισόδημα, περισσότερες δυνατότητες για τους νέους και ισχυρότερη παραγωγική βάση. Η αγροτική παραγωγή, η βιομηχανία, η καινοτομία, η τεχνητή νοημοσύνη, οι νεοφυείς επιχειρήσεις και η εγχώρια τεχνογνωσία συγκροτούν πεδία στα οποία η χώρα χρειάζεται να παράξει περισσότερο πλούτο. Μόνο όταν παραχθεί πλούτος και αντιστραφεί οριστικά το προβληματικό για δεκαετίες ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας η ανάπτυξη θα μετουσιωθεί σε πραγματική κοινωνική πρόοδο. Για αυτό η σύγκλιση του ελληνικού ΑΕΠ με το μέσο ευρωπαϊκό αποτελεί υπαρξιακό εθνικό στόχο. Για να επιτευχθεί ο στόχος χρειάζονται άμεσες ξένες επενδύσεις και ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, από τη βιομηχανία έως τη μικρομεσαία επιχείρηση. Προϋπόθεση για να συμβεί αυτό αποτελεί ένα στιβαρό σταθερό θεσμικό πλαίσιο που διευκολύνει επενδυτές και επιχειρηματίες. Το κράτος οφείλει να είναι συμμέτοχος στις διαδικασίες που διευκολύνουν την εισροή και παραγωγή πλούτου και όχι συμμέτοχος στην τυραννία της γραφειοκρατίας και στη διανομή των κερδών μέσω υπέρμετρης φορολόγησης».
Ειδική αναφορά κάνει ο υπουργός Εθνικής Αμυνας στην εθνική ασφάλεια, επισημαίνοντας ότι «αποτελεί προϋπόθεση ελευθερίας και ευημερίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας αναγκαία συνθήκη επιβίωσης. Η “Ατζέντα 2030” αποτελεί μια εθνική στρατηγική και, ταυτόχρονα, ένα υπόδειγμα για τη λειτουργία του κράτους, που βλέπει πέρα από τις συμβατότητες του χθες σε νέα πεδία θωράκισης τα οποία δεν υφίσταντο μέχρι πρότινος. Ενσωματώνει τεχνολογίες αιχμής και σύγχρονες πρακτικές σε σύγχρονες οργανωτικά και λειτουργικά δομές, ενισχύει έμπρακτα την καινοτομία και την εγχώρια βιομηχανία και, αυτονόητα, στηρίζει τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων».
Τέλος, ο κ.Δένδιας εστιάζει στα σημεία εκείνα που θα κριθεί, κατά την άποψή του, το μέλλον της κεντροδεξιάς:«Θα κριθεί από την ικανότητά της να αντιληφθεί τις νέες προκλήσεις και τις ταχύτατες αλλαγές και να διαμορφώσει μια πολιτική πρόταση με ορίζοντα 20ετίας προσαρμοσμένη σε αυτές, διαφυλάσσοντας, ταυτόχρονα, τα βασικά στοιχεία του φιλελεύθερου και φιλολαϊκού γενετικού της υλικού. Θα κριθεί από τη δυνατότητα να δει πέρα και πάνω από τις συμβατότητες του χθες και να ενώσει την πολιτική σοβαρότητα με την κοινωνική ελπίδα. Να παρουσιάσει ρεαλιστικό σχέδιο για τα αναγκαία, να οικοδομήσει εμπιστοσύνη εκεί όπου υπάρχει αμφισβήτηση, κυρίως να δώσει στους πολίτες την αίσθηση ότι η χώρα προχωρά μαζί τους. Να τους πείσει ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι δική τους υπόθεση, ότι αφορούν τη βελτίωση της δικής τους ζωής».
