«Η διαδικασία ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ δεν είναι δυνατόν να ξεκινήσει εκ νέου με τα παρόντα δεδομένα», υποστήριξε ο εισηγητής της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Τουρκία, Νάτσο Σάνσεθ Αμόρ (Σοσιαλιστές, Ισπανία), κατά τη διάρκεια συζήτησης σήμερα στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο.
Η έκθεση για την Τουρκία, η οποία εγκρίθηκε στα τέλη Απριλίου από την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αναμένεται να τεθεί αύριο προς ψήφιση στην Ολομέλεια, μετά την κατάθεση τροπολογιών κατά τον τελευταίο μήνα.
Ο εισηγητής της έκθεσης επεσήμανε ότι εδώ και 10 χρόνια «αναμένουμε θετικές εξελίξεις» από την Τουρκία, όμως διαπιστώνεται «πλήρης απουσία προθυμίας» συμμόρφωσης με τις ευρωπαϊκές αξίες. Υπογράμμισε ότι «πλέον η Τουρκία αποτελεί μια ουσιαστικά αυταρχική χώρα» και αναρωτήθηκε «ποιος ρόλος μπορεί να έχει στην ΕΕ μια αυταρχική χώρα», επισημαίνοντας παράλληλα ότι υπάρχει κοινωνία πολιτών που επιδιώκει δημοκρατία και όχι απολυταρχισμό. Τόνισε ότι «δεν επιθυμούμε να αφανίσουμε και την τελευταία τους ελπίδα», αλλά ότι το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν προϋποθέσεις για την ΕΕ. Οι ενταξιακές διαδικασίες «δικαίως έχουν ανασταλεί» και δεν είναι εφικτό να επανεκκινηθούν χωρίς αλλαγές στην εσωτερική κατάσταση.
Ο εισηγητής της έκθεσης καταδίκασε τις κρατήσεις και φυλακίσεις στην Τουρκία, μεταξύ άλλων του δημάρχου Κωνσταντινούπολης, Εκρέμ Ιμάμογλου, καθώς και την εκφοβισμό ακτιβιστών, υπογραμμίζοντας ότι αυτά παρεμποδίζουν κάθε πρόοδο.
Ο ίδιος, επεσήμανε ότι ασφαλώς, είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί ένα λειτουργικό πλαίσιο συνύπαρξης με την Τουρκία, όμως σε αυτή την προσπάθεια, η Ελλάδα και η Κύπρος αποτελούν κρίσιμους και αναπόσπαστους πυλώνες της σχέσης. Παράλληλα, τόνισε ότι τα ζητήματα ασφάλειας και άμυνας εξακολουθούν να είναι κεντρικής σημασίας, ωστόσο, είναι προφανές ότι συνεχίζουν να υπάρχουν σημαντικά ελλείμματα εμπιστοσύνης και αποκλίσεις από τις αρχές της καλής γειτονίας, τα οποία οφείλουν να αντιμετωπιστούν με ουσιαστικό τρόπο.
Από την πλευρά της, η Επίτροπος Διεύρυνσης, Μάρτα Κος, δήλωσε ότι η έκθεση αποτυπώνει σοβαρές ανησυχίες για τις εξελίξεις στην Τουρκία, η οποία παραμένει «βασικός εταίρος, σύμμαχος στο ΝΑΤΟ και υποψήφια χώρα». Ανέφερε ότι, παρά το στρατηγικό στόχο ένταξης, «δεν έχει υπάρξει απτή πρόοδος στο κράτος δικαίου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες», ενώ αντίθετα παρατηρείται οπισθοδρόμηση από το 2018 και μετά.
Η Επίτροπος Διεύρυνσης αναφέρθηκε στη φυλάκιση του δημάρχου Κωνσταντινούπολης και σε διώξεις πολιτικών, δημοσιογράφων και επιχειρηματιών, καθώς και σε δικαστικές εξελίξεις που επηρεάζουν τον πολιτικό πλουραλισμό και υπογράμμισε ότι χωρίς πρόοδο στο κράτος δικαίου «δεν θα υπάρξει δυνατότητα επανέναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων».
Παράλληλα, σημείωσε ότι οι σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας αναζωογονούνται σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος: διαχείριση μεταναστευτικών ροών (με περίπου 2,3 εκατ. πρόσφυγες στην Τουρκία), εμπόριο (5ος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της ΕΕ) και τελωνειακή ένωση.
Τέλος, τόνισε ότι η ΕΕ έχει στρατηγικό συμφέρον για σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και για μια αμοιβαία επωφελή σχέση με την Τουρκία, λαμβάνοντας υπόψη και τις ευρύτερες γεωπολιτικές ισορροπίες με την Ελλάδα και την Κύπρο.
