«Θέλω να σας ευχαριστήσω και να σας συγχαρώ για το δείπνο που οργανώσατε εξαιρετικά προς τιμήν του Προέδρου Μάκρον και της συζύγου του, με αφορμή την παρουσία του στην Ελλάδα. Πιστεύω πως επρόκειτο για μία επίσκεψη με έναν ιδιαίτερο συμβολισμό», είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης αρχικά στη συνάντησή του με τον Κωνσταντίνο Τασούλα.
«Βρεθήκαμε στο σημείο όχι απλώς να επαναβεβαιώσουμε τους σταθερούς συμμαχικούς δεσμούς των δύο χωρών μας, αλλά και να εντάξουμε το πλαίσιο των ελληνογαλλικών πρωτοβουλιών σε μια πιο ευρεία συζήτηση για το αύριο της Ευρώπης. Υπενθυμίζω ότι Ελλάδα και Γαλλία, όταν υπέγραψαν το 2021 τη συμφωνία αμοιβαίας συνδρομής και αμυντικής συνεργασίας, ήταν ουσιαστικά μπροστά από τις εξελίξεις», πρόσθεσε ο πρωθυπουργός.
Συνέχισε λέγοντας: «Εμείς πρώτοι θέσαμε στο τραπέζι του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τα ζητήματα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και χαίρομαι που σήμερα αυτή η συζήτηση έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ορμή. Άρα, η επίσκεψη δεν αφορούσε μόνο την πολυδιάστατη ελληνογαλλική συνεργασία σε πολλούς τομείς, πέραν της άμυνας και της εξωτερικής πολιτικής, αλλά και το κοινό όραμα που μοιραζόμαστε με τη Γαλλία για μια πιο στρατηγικά αυτόνομη Ευρώπη, μια Ευρώπη με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, μια Ευρώπη που υπερασπίζεται στην πράξη τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής και παλεύει να προστατεύσει τα συμφέροντα των Ευρωπαίων πολιτών σ’ έναν πολύπλοκο κόσμο όπου πολλές βεβαιότητες του παρελθόντος αμφισβητούνται πλέον. Φυσικά, αυτό μας οδηγεί και σε ζητήματα οικονομίας και στήριξης των φιλόδοξων ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών, όπως έχουν διατυπωθεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου».

Ο κ. Μητσοτάκης τόνισε: «Βρισκόμαστε εν μέσω μεγάλης οικονομικής κρίσης. Η ελληνική κυβέρνηση έχει πράξει το καλύτερο δυνατό, κύριε πρόεδρε, για να στηρίξει τα ελληνικά νοικοκυριά και τις ελληνικές επιχειρήσεις. Πορευόμαστε πάντα εντός των δημοσιονομικών κανόνων και της δημοσιονομικής πειθαρχίας, που δεν μας επιβάλλεται από την Ευρώπη αλλά από την ανάγκη να μειώσουμε το δυσβάσταχτο χρέος που κληρονομήσαμε από προηγούμενες γενιές. Ενδεικτικά –το ανέφερα και σε σχετική ανάρτηση– ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία της οικονομικής μας πολιτικής, για την οποία δεν μιλάμε αρκετά, είναι ότι τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει σημειώσει τη μεγαλύτερη και ταχύτερη καταγεγραμμένη μείωση δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ από οποιαδήποτε σύγχρονη οικονομία στην ιστορία. Αυτό αποτελεί σημαντική επιτυχία. Αφαιρούμε ένα μεγάλο βάρος από τις επόμενες γενιές και ελπίζω ότι στο τέλος του έτους η Ελλάδα δεν θα έχει πλέον το υψηλότερο χρέος στην Ευρώπη. Η πολιτική μείωσης του χρέους μάς δίνει οξυγόνο, όχι μόνο στις επόμενες γενιές, που δεν θα κληρονομήσουν νέο βάρος, αλλά μας επιτρέπει και να δανειζόμαστε με καλύτερους όρους και να ανταποκρινόμαστε στις έκτακτες ανάγκες πιο αποτελεσματικά».
Γι’ αυτό επιμένω τόσο στην ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής σταθερότητας· δεν μπορούμε να απομακρυνθούμε από αυτή την πορεία. Θεωρώ ότι αυτή η πορεία είναι και πρέπει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτη εθνική προτεραιότητα. Δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση· είναι η πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση που επιτελείται με τέτοια συνέπεια και ταχύτητα. Επειδή είστε λάτρης της ιστορίας, θυμίζω τη ρήση του Ανδρέα Παπανδρέου: «Ή θα πολεμήσουμε το χρέος ή θα μας καταπιεί». Για δεκαετίες το χρέος μάς κατάπιε. Σήμερα, για πρώτη φορά, μπορούμε να πούμε ότι αντιμετωπίζουμε το διαχρονικό αυτό πρόβλημα υπό διαφορετικούς όρους. Επειδή όμως το εθνικό πλαίσιο είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένο, είναι κρίσιμη η συζήτηση για τον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό να διεξαχθεί με διευρυμένη ματιά. Τι εννοώ; Αν έχουμε μεγάλες φιλοδοξίες –και τις έχουμε– στην άμυνα, στην κλιματική κρίση, στην κοινωνική συνοχή, στην τεχνητή νοημοσύνη, η Ευρώπη πρέπει να διαθέτει τα χρηματοδοτικά εργαλεία για να τις χρηματοδοτήσει. Είναι δύσκολη συζήτηση, αλλά ελπίζω να κορυφωθεί τον Δεκέμβριο, οπότε θα πρέπει να συμφωνήσουμε για τον προϋπολογισμό. Ελλάδα και Γαλλία συμφωνούμε ότι οφείλουμε να είμαστε πιο φιλόδοξοι όταν απαιτούνται ευρωπαϊκοί πόροι. Θα πρέπει να δούμε πώς θα τους αξιοποιήσουμε, αντί να σπεύσουμε να αποπληρώσουμε νωρίς το χρέος του Ταμείου Ανάκαμψης, μεταθέτοντάς το στο μέλλον ώστε να μη στερηθούν πόροι οι επόμενοι προϋπολογισμοί. Με αυτή την κοινή θέση θα προσέλθουμε στη διαπραγμάτευση. Σας διαβεβαιώνω ότι όσα συνέβησαν, και που δείχνουν ότι η Γαλλία είναι στο πλευρό μας κι εμείς στο πλευρό της Γαλλίας, έχουν ευρύτερη ευρωπαϊκή διάσταση, η οποία σε αυτές τις συνθήκες είναι ιδιαίτερα σημαντική».

«Σας ευχαριστώ, κύριε πρόεδρε, για την ενημέρωση και για τις λεπτομέρειες που θα ακολουθήσουν», είπε αναλαμβάνοντας τον λόγο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
«Πράγματι, θεωρώ κι εγώ ότι η επίσκεψη του Γάλλου προέδρου αυτό το διήμερο ήταν επιτυχημένη, όχι μόνο σε επίπεδο διμερών σχέσεων –που ήδη βρίσκονται σε πολύ υψηλό σημείο– αλλά και ως υπόδειγμα απέναντι στις ανάγκες που έχει η ΕΕ να ενισχύσει τις σχέσεις μεταξύ των μελών της και να τονίσει ότι η στρατηγική αυτονομία δεν είναι λεκτικό τέχνασμα, αλλά αναγκαιότητα σ’ έναν σύγχρονο, ασταθή και πολύπλοκο κόσμο. Αν ο Ευρωπαίος πολίτης θέλει να μην μένει απλώς θεατής αλλά να στέκεται μπροστά στις εξελίξεις χωρίς να τον καταπίνουν, τότε μόνο τέτοιες διμερείς σχέσεις μπορούν να απαντήσουν στην αμηχανία της εποχής.
Η στρατηγική μας εταιρική σχέση που ανανεώθηκε για πέντε ακόμη χρόνια και διευρύνθηκε με τη Γαλλία αποδεικνύει ότι η γνωστή ρήτρα συνδρομής του άρθρου 47 παράγραφος 2 της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι αφηρημένη διάταξη αλλά λύση την οποία τα κράτη προλαβαίνουν, υιοθετούν και εφαρμόζουν, όπως έγινε στην περίπτωση της Κύπρου, όπου η Ελλάδα πρωτοστάτησε με ακαριαία ταχύτητα και ακολούθησαν κι άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Γαλλία.

Συνεπώς, η Ευρώπη δεν παρακολουθεί αμήχανα τις εξελίξεις και χαίρομαι που διαπιστώνω –όπως πολλοί άλλοι γύρω μας– ότι η χώρα μας πρωτοστατεί στην προσπάθεια της Ευρώπης να σηκώσει κεφάλι και να μην τραβιέται από τα γεγονότα, γεγονότα που τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχουν δημιουργήσει πολλές προκλήσεις στην παγκόσμια οικονομία, στην παγκόσμια ασφάλεια και στην παγκόσμια ενέργεια. Άρα, κύριε πρόεδρε, η εξέλιξη αυτών των δύο ημερών με τον Γάλλο Πρόεδρο ήταν θετική και η στρατηγική αυτονομία μαζί με την ισχυρή αμυντική θωράκιση μέσω αμοιβαίας συνδρομής συνδέεται και με μια ισχυρή οικονομία.
Δεν είναι δυνατόν να ονειρευόμαστε αποτρεπτική ισχύ –η χώρα μας έχει αποτρεπτική προοπτική και αμυντικό δόγμα, όχι επιθετικό– απέναντι στην απειλή που αντιμετωπίζουμε, όταν εμείς ούτε απειλούμε ούτε διεκδικούμε τίποτα, απλώς ζητούμε να μην τολμήσει κανείς να υλοποιήσει την απειλή του. Μπροστά σε αυτό το δεδομένο, η ισχυρή οικονομία και τα περιθώρια που της χαρίζει διευκολύνουν τόσο το κοινωνικό κράτος όσο και την αποτρεπτική δύναμη της χώρας. Η πολιτική της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της συμμόρφωσης δεν μοιράζει άσκοπα και λαϊκίστικα χρήματα, αλλά προστατεύει το μέλλον από τις επιπολαιότητες του παρόντος. Αφού στο παρελθόν το μέλλον υπονομεύτηκε από τέτοιες επιπολαιότητες, και η χώρα με τον λαό της το πλήρωσαν ακριβά τη δεκαετία του 2010 και μετά, η εμμονή σας, όπως τονίσατε και τώρα, στη δημοσιονομική πειθαρχία δεν είναι παρά θωράκιση των επόμενων γενιών απέναντι στα λάθη των προηγούμενων. Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τις εξελίξεις και είμαι βέβαιος ότι το πολιτικό σύστημα θα διαφυλάξει αυτή την πολιτική ισορροπίας, γιατί, όπως φαίνεται, δεν αφορά μόνο μία κυβερνητική περίοδο ή μια κομματική επιλογή, αλλά αποτελεί εθνική πολιτική την οποία οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε ως τέτοια», κατέληξε ο κ. Τασούλας.
