Ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, Κώστας Τσουκαλάς, κατηγόρησε από το ραδιόφωνο του Παραπολιτικά 90,1 ότι «με κάθε της πράξη η κυβέρνηση εξαπολύει επίθεση σε βάρος της δημοκρατίας».
«Επίθεση στη δημοκρατία είναι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου έκαναν λάφυρο έναν οργανισμό για να χρηματοδοτούν την καμπάνια της ΝΔ», τόνισε ο κ. Τσουκαλάς, προσθέτοντας: «Επίθεση στη δημοκρατία είναι οι υποκλοπές· όταν τις αποκαλύπτει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με στοιχεία δεν αρέσουν στον κ. Γεωργιάδη, ενώ όταν τις διατάζει ο πρωθυπουργός, ακόμη κι αν παρακολουθεί τον ίδιο τον κ. Γεωργιάδη, τότε δεν τον πειράζει. Όταν οι αποφάσεις του ΣτΕ, που ζητούν από τον πρωθυπουργό να ενημερώσει, ως προϊστάμενος της ΕΥΠ, για τους λόγους παρακολούθησης που ο ίδιος αποφάσισε, δεν τηρούνται, πάλι δεν τον ενοχλεί τον κ. Γεωργιάδη».
Αναφορικά με την «ανοίκεια επίθεση» του υπουργού Υγείας προς την Ευρωπαία Εισαγγελέα, επανέλαβε ότι περιμένει ακόμη «την πράξη που έχω ζητήσει από χθες και με την οποία ακυρώνεται η ανανέωση της θητείας της», καθώς και «τα στοιχεία των βουλευτών της αντιπολίτευσης που απειλούσε πως του είχαν ζητήσει ρουσφέτια». «Ο κ. Γεωργιάδης βγαίνει, λέει κάτι ακραίο, γίνεται θόρυβος και μετά υπαναχωρεί», παρατήρησε, σημειώνοντας πως «είναι αντιπρόεδρος της ίδιας παράταξης που πριν οκτώ μήνες έλεγε να μην ακουμπάμε και να μην κάνουμε καν κριτική στη δικαιοσύνη, ενώ σήμερα ο ίδιος εξαπολύει την πιο χυδαία επίθεση στη δικαιοσύνη που έχει γίνει στην ιστορία της χώρας».
Η στάση του κ. Γεωργιάδη και της κυβέρνησης, συνέχισε, δείχνει «ποιος είναι εκείνος που επιλέγει την τοξικότητα και τον φανατισμό· και αυτός δεν είναι ο κ. Γεωργιάδης, είναι ο πρωθυπουργός». «Ο κ. Γεωργιάδης παίζει έναν ρόλο που του έχει αναθέσει ο πρωθυπουργός. Ο εγκέφαλος και ο εμπνευστής της τοξικότητας, του πολιτικού φανατισμού, της μισαλλοδοξίας, της δολοφονίας χαρακτήρων, είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός».
Επανέλαβε το αίτημα για προσφυγή σε κάλπες, «διότι θεωρούμε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί να σταθεί ως πρωθυπουργός».
Σχολιάζοντας την υπόθεση Μακάριου Λαζαρίδη, υπογράμμισε: «Υπάρχει αντίφαση: υπουργός παραδέχεται ότι έλαβε χρήματα αχρεωστήτως και δεν παραιτείται, ενώ ο πρωθυπουργός απέπεμψε υπουργούς που βρίσκονται στις επισυνδέσεις και η ΝΔ λέει πως δεν υπάρχει καμία παράνομη πράξη». «Αντί αυτού, μας μιλά για άρση μονιμότητας. Θα άρουμε τη νομιμότητα για να διορίζει ο πρωθυπουργός “Λαζαρίδηδες” όποτε θέλει;», διερωτήθηκε.
Μετά τη χθεσινή αντιπαράθεση στη Βουλή για το κράτος δικαίου, επισήμανε ότι ο πρωθυπουργός δεν έδωσε καμία απάντηση για τις υποκλοπές: «Ρωτήθηκε για τους λόγους παρακολούθησης του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη· απάντηση δεν πήραμε. Ρωτήθηκε για τον κ. Ντίλιαν και είπε πως δεν είναι εκβιαζόμενος, αλλά δεν διέψευσε τον ισχυρισμό του Ντίλιαν πως η κυβέρνηση ή άλλος κρατικός φορέας αγόρασε το λογισμικό Predator. Έκανε πως δεν θυμάται το όνομα του κυρίου Ντίλιαν». «Μήπως να ρωτήσει τον κύριο Δημητριάδη αν το θυμάται τον κύριο Ντίλιαν ή μήπως έχει ξεχάσει και τον κύριο Δημητριάδη ο πρωθυπουργός;», συμπλήρωσε.
Κλείνοντας, ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ είπε πως «το δίλημμα των επόμενων εκλογών είναι ή Μητσοτάκης με Βελόπουλο ή ΠΑΣΟΚ και προοδευτική κυβέρνηση». «Καθώς πλησιάζουμε στις εκλογές, ο κ. Βελόπουλος θα εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως συμπληρωματική δύναμη της Νέας Δημοκρατίας». Υπογράμμισε ότι «υπάρχει ένα 70% του ελληνικού λαού που θέλει πολιτική αλλαγή» και πως το ΠΑΣΟΚ τους καλεί να την κάνουν πράξη με την ψήφο τους. «Αν είμαστε πρώτοι, το πρόγραμμα θα είναι πρόγραμμα ΠΑΣΟΚ· δεν μπορούν οι μικρές επιδιώξεις να σταθούν εμπόδιο στην κοινωνική αναγκαιότητα της πολιτικής αλλαγής», κατέληξε.
Για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, είπε πως «η πιο βασική αλλαγή που προτείνουμε είναι η Βουλή που αναθεωρεί να χρειάζεται 180 ψήφους, ακόμη κι αν η προτείνουσα έχει επιλέξει 180, για να υπάρχει πραγματική συναίνεση». Υπενθύμισε πως η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί το 2019 την απαγόρευση διορισμού δικαστών τέσσερα χρόνια μετά την αφυπηρέτηση. «Δεν το έκανε· το φέραμε με τρεις τροπολογίες και το απέρριψε. Και έχει κεφάλαιο αυτή η κυβέρνηση να δρομολογήσει αλλαγές στη δικαιοσύνη; Αντιμετώπισε τους θεσμούς με τον χειρότερο τρόπο από τη μεταπολίτευση και μετά», κατέληξε.
