Η σημασία της δυνατότητας κάθε κράτους να παράγει τη δική της ενέργεια και να μην εξαρτάται από τρίτους, προκειμένου να διασφαλίζει την ενεργειακή της ασφάλεια στο ασταθές διεθνές γεωπολιτικό περιβάλλον, υπογράμμισε μεταξύ άλλων ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κ. Σταύρος Παπασταύρου, σε δηλώσεις του σήμερα το πρωί στην ΕΡΤ. Παράλληλα, όπως αναφέρει το ΥΠΕΝ, ο κ. Παπασταύρου έδωσε έμφαση στη σημασία της συνάντησης που έλαβε χώρα χθες με τη Chevron και τη HELLENIQ ENERGY, κατά την οποία επιβεβαιώθηκε η ολοκλήρωση των διαδικασιών για τη συμμετοχή του αμερικανικού ενεργειακού κολοσσού σε 5ο κατά σειρά θαλάσσιο οικόπεδο της χώρας μας, από κοινού με τη HELLENIQ ENERGY, το Block 10 στα ανοιχτά του Κυπαρισσιακού Κόλπου, στη θαλάσσια περιοχή του νοτίου Ιονίου Πελάγους.
«Πρόκειται για μια ιδιαίτερα θετική εξέλιξη, καθώς αποδεικνύει ότι η χώρα μας, με τη Chevron και με την ExxonMobil, βρίσκεται στο επίκεντρο των δύο μεγαλύτερων ενεργειακών εταιρειών παγκοσμίως. Και αυτό έχει μεγάλη σημασία, διότι η ανάπτυξη του τομέα των υδρογονανθράκων απαιτεί πολύ σημαντικό κόστος και τεχνογνωσία υψηλού επιπέδου. Πρέπει να υλοποιηθεί με τα υψηλότερα standards, ώστε να διασφαλίζεται και η περιβαλλοντική ασφάλεια αυτής της επένδυσης», δήλωσε χαρακτηριστικά ο ίδιος. Όπως ανέφερε, «εάν η ερευνητική γεώτρηση της κοινοπραξίας ExxonMobil-Energean-HELLENIQ ENERGY αποκαλύψει αξιοποιήσιμο κοίτασμα στο Βορειοδυτικό Ιόνιο τον προσεχή Φεβρουάριο, τότε σύμφωνα με την κοινοπραξία αυτή η εκμετάλλευση του συγκεκριμένου οικοπέδου ενδέχεται να αποφέρει μακροπρόθεσμα δημόσια έσοδα 10 δισ. δολάρια για τη χώρα μας».
Ο κ. Παπασταύρου διευκρίνισε ότι τα έσοδα για το κράτος συνολικά υπολογίζονται περίπου στο 38 με 40% επί των κερδών. Όπως υπογράμμισε ο ίδιος, «η επιτυχής ολοκλήρωση των γεωτρήσεων και η ανεύρεση εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων θα ενδυναμώσουν την ενεργειακή αυτονομία της Ελλάδας, ενώ τα δημόσια έσοδα που θα προκύψουν από αυτή τη διαδικασία θα βελτιώσουν ουσιαστικά το βιοτικό επίπεδο του Έλληνα πολίτη. Διότι το ζητούμενο δεν πρέπει να είναι αποκλειστικά πώς θα διανέμουμε τα δημόσια έσοδά μας, αλλά και πώς θα τα αυξήσουμε».
Απαντώντας στο ερώτημα «Με τον ήλιο και τον άνεμο ή με τους υδρογονάνθρακες», ο κ. Παπασταύρου επεσήμανε «η απάντηση είναι, με την Ελλάδα και τους Έλληνες». Και πρόσθεσε: «Ουσιαστικά πρέπει να αξιοποιήσουμε όλους τους φυσικούς πόρους που διαθέτει η χώρα μας. Πρέπει να διαμορφώσουμε ένα ενεργειακό μείγμα που μας δίνει τη δυνατότητα να είμαστε ενεργειακά όσο το δυνατόν πιο αυτόνομοι», υπογραμμίζοντας πως «το γεγονός ότι αναπτύσσουμε τον τομέα υδρογονανθράκων -για να αποφευχθεί κάθε παρεξήγηση- δεν σημαίνει ότι αποκλίνουμε από την κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξης και της καθαρότερης ενέργειας, στον δρόμο προς την απανθρακοποίηση. Η συμμετοχή του φυσικού αερίου στο ενεργειακό μείγμα είναι αναγκαία και το αναγνωρίζει πλέον και η ίδια η Ευρώπη».
Ο Υπουργός επεσήμανε ότι η Ελλάδα σήμερα διαθέτει 18 GW από ΑΠΕ, σε σύγκριση με 6,3 GW το 2019, ενώ σήμερα στο ενεργειακό μείγμα της χώρας, το 50% της ηλεκτρικής ενέργειας προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. «Αυτός είναι και ο λόγος που η έκρηξη στις τιμές του φυσικού αερίου, -την οποία παρατηρούμε ευτυχώς ότι αποκλιμακώνεται-, δεν μετακυλήθηκε τόσο στον καταναλωτή».
Ο κ. Παπασταύρου εστίασε ιδιαίτερα στον τομέα της αποθήκευσης ενέργειας και στην ανάγκη επιτάχυνσης των διαδικασιών, ώστε να μην χάνεται η ενέργεια που παράγεται από τις ΑΠΕ. Όπως ανέφερε, μέχρι τον περασμένο Μάρτιο, η χώρα μας δεν διέθετε αποθήκευση συνδεδεμένη με το δίκτυο, την 1η Απριλίου συνδέθηκαν οι πρώτες δύο μπαταρίες με 32 MW, σήμερα πλησιάζουμε τα 200, ενώ μέχρι το τέλος του έτους θα βρισκόμαστε κοντά στα 700-800 MW. «Στόχος μας είναι το 2027 να φτάσουμε στο 1,2-1,4 GW. Είναι απαραίτητο αυτό, διότι η ενέργεια που αποθηκεύεται είναι πολύ σημαντική και για τη σταθερότητα του συστήματος», τόνισε χαρακτηριστικά.
Τέλος, σχολιάζοντας την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ που ξεκινάει σήμερα με το άνοιγμα του βιβλίου προσφορών, επεσήμανε ότι αποτελεί σημαντική εξέλιξη, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την εκδήλωση έντονου επενδυτικού ενδιαφέροντος από κορυφαία επενδυτικά κεφάλαια, τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από όλο τον κόσμο. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Ελληνική Δημοκρατία διατηρεί την πλειοψηφία του 51%, «διατηρεί την πλειοψηφική της συμμετοχή στα δίκτυα».
