Η πρακτική των οδηγών να διατηρούν χαμηλά τα επίπεδα στο ρεζερβουάρ του οχήματός τους ενέχει τον κίνδυνο απροσδόκητων βλαβών και ακριβών επισκευών. Αυτή η συνήθεια που υιοθετούν πολλοί οδηγοί αυξάνει τον κίνδυνο ακινητοποίησης του αυτοκινήτου λόγω έλλειψης καυσίμου, ενώ ταυτόχρονα επιβαρύνει το σύστημα τροφοδοσίας. Όταν το ντεπόζιτο δεν είναι επαρκώς γεμάτο, η αντλία καυσίμου δεν ψύχεται επαρκώς με συνέπεια την άνοδο της θερμοκρασίας της, ενώ επιπλέον είναι πιθανό να αναρροφήσει ακαθαρσίες που έχουν συσσωρευτεί στον πυθμένα του ρεζερβουάρ.
Είναι γνωστό ότι η αντλία αναρροφά το καύσιμο από το ντεπόζιτο και το μεταφέρει προς τον κινητήρα με τελικό προορισμό τα μπεκ. Οι κινητήρες πετρελαίου διαθέτουν επιπλέον μια δεύτερη αντλία υψηλής πίεσης, η οποία συμπιέζει το καύσιμο πριν αυτό εισέλθει στον θάλαμο καύσης. Όταν το επίπεδο του καυσίμου είναι επαρκές, αυτό επιτελεί τη λειτουργία της ψύξης της αντλίας αποτρέποντας την υπερθέρμανσή της. Σε περίπτωση ανεπαρκούς καυσίμου, η αντλία λειτουργεί αδιάκοπα, ανεβάζει θερμοκρασία και τελικά καταστρέφεται.
Η ελλιπής ψύξη της αντλίας οδηγεί σε πρόωρη φθορά, με το κόστος επισκευής ή αντικατάστασής της να είναι ιδιαίτερα υψηλό. Επιπρόσθετα, στο άδειο ντεπόζιτο τα μεταλλικά του εξαρτήματα εκτίθενται σε οξείδωση και διάβρωση, ενώ σε συνδυασμό με τα υπολείμματα καυσίμου μπορεί να προκληθεί σοβαρή ζημιά τόσο στην ίδια την αντλία όσο και στα μπεκ ψεκασμού, τα οποία δεν λειτουργούν ορθά.
Για τον λόγο αυτό, το επίπεδο του καυσίμου θα πρέπει να διατηρείται πάντα πάνω από το 1/4 ή το 1/2 της συνολικής χωρητικότητας του ντεπόζιτου, ενώ είναι σκόπιμο να υπάρχει και φίλτρο καυσίμου που θα συμβάλλει στην καλύτερη λειτουργία του κυκλώματος. Η βλάβη στα μπεκ ενός κινητήρα μπορεί να επιφέρει σημαντικό κόστος, ενώ αντίστοιχα η αντλία καυσίμου μαζί με τα έξοδα τοποθέτησης απαιτεί σεβαστό χρηματικό ποσό ανάλογα με το μοντέλο.
