Η πρόσφατη έξαρση χανταϊού στο ολλανδικό κρουαζιερόπλοιο MV Hondius προκάλεσε παγκόσμια ανησυχία, καθώς συνδέεται με τον ιό των ‘Ανδεων, το μοναδικό στέλεχος χανταϊού με τεκμηριωμένη, έστω και σπάνια, μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Αν και οι υγειονομικές αρχές ήχησαν συναγερμό, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) διαβεβαιώνουν ότι ο κίνδυνος για τη δημόσια υγεία εξακολουθεί να θεωρείται χαμηλός. Οι ειδικοί τονίζουν πως τα τελευταία περιστατικά χανταϊού δεν συνιστούν λόγο πανικού ή φόβου για «νέα πανδημία».
Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Γκίκας Μαγιορκίνης, επίκουρος καθηγητής Υγιεινής και Επιδημιολογίας στο ΕΚΠΑ, εμφανίζεται καθησυχαστικός, επισημαίνοντας ότι, παρότι πρόκειται για το μοναδικό στέλεχος που μπορεί να μεταδοθεί μεταξύ ανθρώπων, αυτή η μετάδοση είναι εξαιρετικά περιορισμένη και προϋποθέτει πολύ στενή και παρατεταμένη επαφή.
«Δεν διατρέχουμε κίνδυνο πανδημίας χανταϊού», δήλωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως δεν υπάρχει «κάποια υψηλή επικινδυνότητα για μετάδοση εκτός του κρουαζιερόπλοιου».
Διευκρινίζει ότι ο κίνδυνος για την Ευρώπη είναι χαμηλός, καθώς δεν υπάρχουν ενδείξεις εύκολης μεταφοράς του συγκεκριμένου στελέχους μεταξύ ηπείρων, ούτε τάση ευρείας εξάπλωσης όπως συμβαίνει με ιούς τύπου γρίπης ή COVID-19.
Οι χανταϊοί υπάρχουν εδώ και χιλιάδες χρόνια
Οι χανταϊοί είναι ιοί, φορείς των οποίων είναι τα τρωκτικά και υπάρχουν εδώ και χιλιάδες χρόνια, υπογραμμίζει ο κ. Μαγιορκίνης.
Επισημαίνει ότι στη Νότια Αμερική κυκλοφορούν συγκεκριμένοι χανταϊοί, γνωστοί ως «ιοί του Νέου Κόσμου». Η επιστημονική κοινότητα γνωρίζει πως ο ιός των ‘Ανδεων, σπάνια και υπό αυστηρές συνθήκες, μπορεί να μεταδοθεί μεταξύ ανθρώπων. Τα στελέχη που εμφανίζονται στη Λατινική Αμερική, όπως αυτό των ‘Ανδεων, σχετίζονται κυρίως με σοβαρά αναπνευστικά σύνδρομα και εμφανίζουν υψηλότερη θνητότητα σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά.
«Οι ιοί χανταϊού στην Ευρώπη και στην Ελλάδα παρουσιάζουν διαφορετική επικινδυνότητα και ηπιότερη κλινική εικόνα, χωρίς μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο, και προκαλούν διαφορετικό σύνδρομο», εξηγεί ο κ. Μαγιορκίνης.
Τονίζει, δε, ότι όλα αυτά είναι γνωστά και δεν θεωρεί πως υπάρχει υψηλή επικινδυνότητα για τη δημόσια υγεία.
Όπως αναφέρει, η θνητότητα των ιών της Λατινικής Αμερικής κυμαίνεται από 10% έως 30%. Ωστόσο, προσθέτει πως η εκτίμηση αυτή πιθανόν είναι υπερβολική, καθώς τα ήπια κρούσματα «κατά πάσα πιθανότητα δεν διαγιγνώσκονται ούτε καταγράφονται».
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι κάθε χρόνο καταγράφονται 10.000 έως 100.000 ανθρώπινα περιστατικά παγκοσμίως, με τη σοβαρότητα να ποικίλλει ανάλογα με το στέλεχος.
«Για τους χανταϊούς που εντοπίζονται στην Ευρώπη, η θνητότητα θεωρείται σημαντικά χαμηλότερη. Δεν διαθέτουμε ωστόσο, ακριβή εκτίμηση. Υπολογίζουμε ότι βρίσκεται γύρω στο 10%», σημειώνει ο κ. Μαγιορκίνης.
Προσθέτει ότι δεν υπάρχει ειδική θεραπεία ή εμβόλιο για τον χανταϊό, ενώ η αντιμετώπιση των περιστατικών παραμένει υποστηρικτική.
Συμπτώματα της λοίμωξης
Στην Αμερική, η λοίμωξη μπορεί να οδηγήσει σε καρδιοπνευμονικό σύνδρομο, ενώ στην Ευρώπη ξεκινά με πυρετό, κακουχία και σε ορισμένες περιπτώσεις προσβάλλει και τους νεφρούς.
Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως μεταξύ μίας και οκτώ εβδομάδων μετά την έκθεση. Ο μέσος χρόνος έναρξης των συμπτωμάτων είναι περίπου δύο εβδομάδες.
Μετάδοση και μέτρα πρόληψης
Η μετάδοση του ιού συνδέεται κυρίως με την επαφή με βιολογικά υγρά μολυσμένων τρωκτικών, όπως ούρα ή περιττώματα, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την τήρηση βασικών κανόνων υγιεινής, ιδίως σε αγροτικές ή κλειστές περιοχές.
Γενικά, τα μέτρα πρόληψης επικεντρώνονται στην αποφυγή επαφής με τρωκτικά, γι’ αυτό και είναι κρίσιμες οι μυοκτονίες και η καθαριότητα στους υγειονομικούς χώρους. Η χρήση γαντιών και μάσκας κατά τον καθαρισμό χώρων όπου ενδέχεται να υπάρχουν τρωκτικά αποτελεί βασική σύσταση.
