Το Τριμελές Αυτόφωρο Πλημμελειοδικείο επέβαλε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, μετατρέψιμη προς δέκα ευρώ ανά ημέρα, στη 72χρονη που διατηρούσε «μαϊμού» γηροκομείο σε διαμέρισμα στους Αμπελόκηπους, το οποίο μίσθωνε από αλλοδαπό.
Το δικαστήριο, υιοθετώντας την πρόταση του εισαγγελέα, έκρινε ένοχη την ηλικιωμένη γυναίκα, χωρίς να της αναγνωρίσει κανένα ελαφρυντικό, για το αδίκημα της απόπειρας εκβίασης 150 ευρώ – όχι για τα 2.000 ευρώ που αρχικά είχαν καταγγελθεί – για μία πράξη έκθεσης, από τις τρεις συνολικά που αντιμετώπιζε, καθώς και για απείθεια.
«Είμαι άνθρωπος της προσφοράς»
Κατά την απολογία της, η 72χρονη αρνήθηκε τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι δεν ζήτησε ποτέ 2.000 ευρώ από την κόρη της κατάκοιτης ηλικιωμένης που φιλοξενούσε στο άτυπο γηροκομείο στους Αμπελόκηπους, απειλώντας να την πετάξει στα σκουπίδια. «Είμαι άνθρωπος της προσφοράς. Δε θα ζητούσα από μια φτωχή γυναίκα 2.000 ευρώ» είπε, προσθέτοντας πως η μητέρα της καταγγέλλουσας είχε σοβαρά προβλήματα υγείας που απαιτούσαν ιατρική παρακολούθηση.
Υποστήριξε ότι δεν ήθελε να κρατήσει άλλο την ηλικιωμένη στο διαμέρισμα, καθώς «όλη τη νύχτα φώναζε, είχε βαριά προβλήματα, δεν διορθώνονταν αυτά». «Είχε πληγές, έτρεχαν αίματα… Την άλλη μέρα κατάλαβε ότι πρέπει να πάει και η ίδια στο νοσοκομείο. Εγώ παρακάλαγα τη κόρη της να την πάρει. Εγώ της βρήκα ασθενοφόρο» είπε, προσθέτοντας πως ζητούσε «πέντε με έξι κατοστάρικα το μήνα» από κάθε φιλοξενούμενη.
«Εγώ είχα βάλει στην αγγελία ότι δεν δέχομαι αρρώστους με κατακλίσεις και μου ήρθε αυτή η κυρία μέσα στα αίματα» σημείωσε η κατηγορούμενη, ενώ σε ερώτηση απάντησε ότι έλαβε από την καταγγέλλουσα 300 ευρώ.
«Όταν διάβασα στα χαρτιά της τι προβλήματα είχε αυτή η γυναίκα έγινα θηρίο. Αν αυτή είχε να δώσει 2.000 σε εμένα θα έρχονταν; Ήταν μια φτωχή γυναίκα δε θα της ζητούσα ποτέ τόσα λεφτά. Μου έλεγε δώσε μου τα 300 ευρώ για να πάρω τη μάνα μου. Εγώ της πλήρωσα και το ασθενοφόρο 75 ευρώ. Της είπα ότι θα της κρατήσω 150 για το ασθενοφόρο και τις ζημιές που έκανε η μητέρα της, μου είχε καταστρέψει τα μαξιλάρια. Εγώ τόσο αξιολόγησα τη δουλειά μου» υποστήριξε, προσθέτοντας ότι παρείχε στους ηλικιωμένους υψηλής ποιότητας φροντίδα. «Το γιαούρτι που λένε τρεις ημέρες είχε λήξει. Και σε μωρό να το δώσεις αυτό δεν παθαίνει κάτι» δήλωσε.
«Έψαχνα μια προσωρινή λύση για τη μητέρα μου»
Λίγο νωρίτερα, στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκε η καταγγέλλουσα, η οποία κατέθεσε πως απευθύνθηκε στην κατηγορούμενη τη Μεγάλη Πέμπτη, όταν η μητέρα της πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο και δεν μπόρεσε να βρει δομή φιλοξενίας.
«Έψαχνα μια προσωρινή λύση για τη μητέρα μου. Ήταν Μεγάλη Πέμπτη. Όταν είδα την αγγελία τηλεφώνησα και ρώτησα αν μπορούσα να επισκεφθώ το συγκεκριμένο χώρο. Δέχθηκε και πήγα…» είπε, σημειώνοντας πως ο χώρος δεν της «φάνηκε ύποπτος».
«Την ίδια ημέρα πήγε η μητέρα μου εκεί. Το άλλο πρωί χτύπησε το τηλέφωνο μου. Ήταν η κατηγορούμενη και σε έξαλλη κατάσταση αξίωνε χρήματα για να μην πετάξει τη μητέρα μου έξω. Έλεγε ότι την κορόιδεψα γιατί ήταν ένα δύσκολο περιστατικό. Ήθελε από 1500 έως 2000 ευρώ αλλιώς έλεγε ότι θα την πετάξει στον κάδο απορριμμάτων. Της έλεγα να μου δώσει λίγο χρόνο να την πάρω από εκεί, να βρω ένα ασθενοφόρο. Δεν μπορούσα να συνεννοηθώ» περιέγραψε και συνέχισε: «Πήγα στο διαμέρισμα αλλά δεν μου άνοιξε. Πήρα την αστυνομία, δεν άνοιγε όμως ούτε στους αστυνομικούς. Οι αστυνομικοί με πήγαν στο Τμήμα να καταθέσω. Η κατηγορούμενη συνέχισε με μηνύματα να με απειλεί και να με βρίζει. Τελικά βρήκα ένα ασθενοφόρο, μπόρεσα να πάρω τη μητέρα μου».
«Οι ασθενείς ήταν εκεί σαν παρκαρισμένοι για να πεθάνουν»
Την εικόνα του διαμερίσματος περιέγραψε στο δικαστήριο, με την κατάθεσή του, ο κοινωνικός λειτουργός που πραγματοποίησε έλεγχο τον περασμένο Απρίλιο.
«Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να χαρακτηρίσω αυτό το χώρο δομή. Δεν είχε τίποτα, ούτε προσωπικό, ούτε φακέλους ασθενών τίποτα. Δεν υπήρχε κανένας εξοπλισμός. Μόνο η μία κυρία ήξερε τι φάρμακα να πάρει. Οι άλλοι ασθενείς ήταν εκεί σαν παρκαρισμένοι για να πεθάνουν. Τα τρόφιμα που είδα στο ψυγείο ήταν ληγμένα. Ζώα και άνθρωποι ήταν ένα πράγμα. Δεν υπήρχε καθαριότητα» κατέθεσε.
