Μια διαδρομή που ξεκίνησε στη Ρόδο, σε ηλικία 12 ετών, και οδήγησε στα σημαντικότερα μουσικά στάδια του πλανήτη, έχει διανύσει η διακεκριμένη πιανίστρια Θεοδοσία Ντόκου. Σε συνέντευξή της στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, μιλά για τα πρώτα της βήματα, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, τη συνάντηση που μεταμόρφωσε την καλλιτεχνική της πορεία, καθώς και για τη βαθιά σύνδεση που διατηρεί με τον τόπο καταγωγής και ανατροφής της.
Η ίδια θεωρεί καταλυτική για την εξέλιξή της τη γνωριμία της, πριν από 17 χρόνια, με μια από τις επιφανέστερες πιανίστριες της εποχής μας, τη Μάρτα Άργκεριχ. Η κορυφαία σολίστ της κλασικής μουσικής την κάλεσε σε ακρόαση, αναγνώρισε τις ικανότητές της και της παρείχε την ευκαιρία να συμμετάσχει στο φεστιβάλ της. Με το πέρασμα του χρόνου, αυτή η γνωριμία εξελίχθηκε σε ουσιαστική φιλία, θεμελιωμένη, όπως αναφέρει η Θεοδοσία Ντόκου, στην αμοιβαία εμπιστοσύνη, ενώ η Μάρτα Άργκεριχ ανέλαβε τον ρόλο της μέντορά της.
Η συνεργασία των δύο μουσικών είχε ως αποτέλεσμα και σημαντικές στιγμές στη δισκογραφία. Μαζί ηχογράφησαν για τη Warner Classics έργα του Μπετόβεν, μεταξύ αυτών την 6η Συμφωνία, την «Ποιμενική», σε διασκευή για δύο πιάνα, στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 250 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου δημιουργού. Αυτή η δισκογραφική δουλειά έλαβε ιδιαίτερα ευνοϊκές κριτικές και συμπεριλήφθηκε στις υποψηφιότητες των OPUS KLASSIK 2021 στην κατηγορία Best Chamber Music Album.
Η αφετηρία, ωστόσο, αυτής της παγκόσμιας πορείας ήταν μακριά από συνηθισμένη. Η Θεοδοσία Ντόκου δεν προέρχεται από οικογένεια με μουσική παράδοση και άρχισε να ασχολείται με το πιάνο μόλις στα 12 της χρόνια, ηλικία που κρίνεται αρκετά προχωρημένη για κάποιον που επιδιώκει να κάνει επαγγελματική καριέρα στην κλασική μουσική.
Τα πρώτα της μαθήματα πραγματοποιήθηκαν στη Ρόδο, ενώ ακολούθησαν τα αδιάκοπα ταξίδια στην Αθήνα. Μαζί με τη μητέρα της ταξίδευε ανεβοκατεβαίνοντας κάθε Σαββατοκύριακο για μαθήματα, σε μια περίοδο απαιτητική τόσο για την ίδια όσο και για την οικογένειά της. Αργότερα συνέχισε τις σπουδές της στο Ωδείο Αθηνών, με δάσκαλο τον Άρη Γαρουφαλή, από όπου απέκτησε και το δίπλωμά της.
«Οι συνθήκες ήταν δύσκολες, όμως αυτό δεν παρακώλυσε ποτέ, ούτε εμένα ούτε την οικογένειά μου», επισημαίνει, διευκρινίζοντας ότι δεν αμφέβαλε ποτέ για την απόφασή της να ακολουθήσει τη μουσική. «Στην ουσία δεν ένιωσα ποτέ ότι υπήρχε για μένα κάποια άλλη επιλογή», δηλώνει χαρακτηριστικά.
Η Θεοδοσία Ντόκου αποφεύγει να αναφερθεί σε κάποια συγκεκριμένη «συνταγή επιτυχίας». Πιστεύει ότι η πορεία κάθε καλλιτέχνη είναι μοναδική και ότι μια διεθνής καριέρα δεν οικοδομείται αποκλειστικά πάνω στο ταλέντο. Απαιτείται πολύ και επίπονη εργασία, ορθές επαγγελματικές σχέσεις και γνωριμίες που αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια των σπουδών και της καλλιτεχνικής διαδρομής, αλλά, πάνω απ’ όλα, προσωπικότητα.
Για την ίδια, προσωπικότητα σημαίνει επιμονή, υπομονή και διπλωματία. Είναι τα στοιχεία που, όπως υπογραμμίζει, χρειάζεται ένας μουσικός για να μπορέσει να σταθεί και να προχωρήσει σε παγκόσμιο επίπεδο. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει επίσης η ικανότητα να περιμένει κανείς τη σωστή στιγμή, το κατάλληλο timing που θα επιτρέψει στις προσπάθειές του να καρποφορήσουν.
Παρά τις πολυάριθμες εμφανίσεις της και την τεράστια εμπειρία που έχει αποκομίσει, η στιγμή πριν από την έξοδο στη σκηνή παραμένει έντονη. Η ίδια, ωστόσο, δεν μιλά για άγχος με την έννοια του φόβου, αλλά για αδρεναλίνη, την οποία θεωρεί απαραίτητη για τη ζωντάνια της ερμηνείας.
«Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου μακριά από τη σκηνή. Πάνω στη σκηνή νιώθω εξαιρετικά», τονίζει, προσθέτοντας ότι η αδρεναλίνη είναι εκείνη που συντελεί ώστε ένα έργο να παραμένει ζωντανό κάθε φορά που παρουσιάζεται στο κοινό.
Ιδιαίτερα αισιόδοξη εμφανίζεται και για το μέλλον της κλασικής μουσικής. Όπως παρατηρεί, τα τελευταία χρόνια έχει μεταβληθεί αισθητά η ηλικιακή σύνθεση του κοινού, με όλο και περισσότερους νέους ανθρώπους να βρίσκουν τον δρόμο προς τις αίθουσες συναυλιών.
Η ίδια αποδίδει αυτή την εξέλιξη τόσο στον τρόπο με τον οποίο η κλασική μουσική προβάλλεται πλέον από τα μέσα ενημέρωσης και τα νέα μέσα, όσο και στον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι οι καλλιτέχνες προσεγγίζουν το κοινό και παρουσιάζουν το ρεπερτόριό τους.
«Το μέλλον της κλασικής μουσικής δεν είναι ποτέ στατικό», επισημαίνει. Για τη Θεοδοσία Ντόκου πρόκειται για ένα καλλιτεχνικό τοπίο που εξελίσσεται διαρκώς, αναζητά νέες κατευθύνσεις και ταυτόχρονα παραμένει πιστό στην ουσία του.
Σε αυτή τη μεταβολή σημαντικό ρόλο έχουν, όπως λέει, οι μεγάλες ορχήστρες και οι πολιτιστικοί οργανισμοί στην Ευρώπη, την Αμερική και την Ασία, καθώς και μια νέα γενιά μουσικών, συνθετών και ερμηνευτών που αποκτά όλο και ισχυρότερη διεθνή παρουσία. Οι συναυλίες, τα σύνολα μουσικής δωματίου, οι διαφορετικές παραγωγές και οι εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες διαμορφώνουν πλέον ένα πιο ζωντανό καλλιτεχνικό περιβάλλον και φέρνουν την κλασική μουσική πιο κοντά στους νέους.
Μέσα σε αυτή τη διεθνή πορεία, η Ρόδος εξακολουθεί να κατέχει ξεχωριστή θέση στη ζωή της. Η Θεοδοσία Ντόκου μιλά με ιδιαίτερη αγάπη για το νησί και κυρίως για τη θάλασσα, την οποία θεωρεί καθοριστικό στοιχείο για όσους έχουν μεγαλώσει σε νησιωτικό περιβάλλον.
Κατά την άποψή της, οι νησιώτες έχουν πιο ανοιχτούς ορίζοντες, βλέπουν διαφορετικά τα πράγματα, παίρνουν πιο γρήγορα αποφάσεις και είναι περισσότερο διατεθειμένοι να αναλάβουν ρίσκα. «Το να μεγαλώνεις δίπλα στη θάλασσα είναι ευλογία», σημειώνει.
Όποτε οι επαγγελματικές της υποχρεώσεις το επιτρέπουν, επιστρέφει στη Ρόδο και επιδιώκει να παρουσιάζει τη δουλειά της στο κοινό του νησιού. Αναφέρεται μάλιστα με ιδιαίτερη θέρμη στη μακρόχρονη συνεργασία της με τη Διεύθυνση Πολιτισμού του Δήμου Ρόδου και στην υποστήριξη που έχει δεχθεί όλα αυτά τα χρόνια.
«Η Ρόδος είναι ένας τόπος πολύ αγαπημένος για μένα. Είναι και θα είναι πάντα μέσα στην καρδιά μου», υπογραμμίζει.
Αν μπορούσε σήμερα να συναντήσει τη μικρή Θεοδοσία των 12 ετών, που μόλις ξεκινούσε να παίζει πιάνο, δεν θα της ζητούσε να αλλάξει τίποτα. Θα της έλεγε να συνεχίσει ακριβώς τον ίδιο δρόμο. Για την ίδια, ακόμη και τα λάθη αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πορείας ενός ανθρώπου. Κάθε επιλογή συνδέεται με την επόμενη και κάθε απόφαση οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα που διαμορφώνει τελικά τόσο τον άνθρωπο όσο και τον καλλιτέχνη.
«Θα έκανα τα ίδια λάθη και θα έκανα τις ίδιες επιλογές», λέει, επισημαίνοντας ότι μέσα από τη συνολική διαδρομή χτίζεται η προσωπικότητα και η καλλιτεχνική ταυτότητα κάθε δημιουργού. Στη δική της περίπτωση, όλες αυτές οι εμπειρίες την οδήγησαν στο να διαμορφώσει μια ανεξάρτητη και προσωπική προσέγγιση στην ερμηνεία του πιάνου.
Ένα ακόμη σημαντικό κεφάλαιο της διεθνούς δραστηριότητάς της είναι το China Music Series, του οποίου είναι ιδρύτρια και καλλιτεχνική διευθύντρια. Πρόκειται για μια μεγάλη διεθνή διοργάνωση κλασικής μουσικής στην Κίνα, με συναυλίες σε σημαντικές αίθουσες και με τη συμμετοχή ορισμένων από τα μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας μουσικής σκηνής.
Στη μέχρι σήμερα πορεία της διοργάνωσης έχουν συμμετάσχει καλλιτέχνες όπως η Μάρτα Άργκεριχ, ο βιολονίστας Μαξίμ Βενγκέροφ, οι τσελίστες Στίβεν Ίσερλις και Μίσα Μάισκι και ο βιολονίστας Γκιλ Σαχάμ, μαζί με πολλούς ακόμη διακεκριμένους μουσικούς.
Η φετινή δραστηριότητα του China Music Series εκτείνεται από τα τέλη Οκτωβρίου έως τις αρχές Νοεμβρίου, με συναυλίες σε μεγάλες κινεζικές πόλεις και τη συμμετοχή σημαντικών διεθνών καλλιτεχνών.
Από ένα κορίτσι στη Ρόδο που ξεκίνησε πιάνο στα 12 του χρόνια μέχρι τις μεγάλες αίθουσες συναυλιών και τις συνεργασίες με κορυφαίες προσωπικότητες της παγκόσμιας κλασικής μουσικής, η πορεία της Θεοδοσίας Ντόκου αποτυπώνει μια διαδρομή που χτίστηκε χωρίς έτοιμες συνταγές. Με δουλειά, επιμονή, υπομονή, σωστές αποφάσεις, αλλά και λάθη που, όπως η ίδια πιστεύει, είναι εξίσου απαραίτητα για να διαμορφωθεί τελικά η ταυτότητα ενός καλλιτέχνη.
