Ένοχος για επαναλαμβανόμενες πράξεις σωματικής βίας σε βάρος των δύο ανήλικων δίδυμων τέκνων του, καθώς και για προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας ενός εξ αυτών, κρίθηκε από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου ένας πατέρας, στον οποίο επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης 33 μηνών με τριετή αναστολή. Αντιθέτως, η συγκατηγορούμενή του και γιαγιά των παιδιών απαλλάχθηκε από το σύνολο των κατηγοριών.
Η υπόθεση, που είχε απασχολήσει επί μήνες τις δικαστικές και κοινωνικές υπηρεσίες της Ρόδου, έφθασε στο ακροατήριο ύστερα από καταγγελίες που οδήγησαν σε διερεύνηση των αρμόδιων αρχών, αφαίρεση της γονικής μέριμνας και εν τέλει στη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία.
Το δικαστήριο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο για σειρά περιστατικών απλής σωματικής βλάβης σε βάρος ευάλωτων προσώπων, κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση, με θύματα τα δύο ανήλικα τέκνα του. Σύμφωνα με την απόφαση, τα παιδιά βρίσκονταν σε ηλικία που δεν τους επέτρεπε να προασπίσουν τον εαυτό τους κατά τον χρόνο των περιστατικών.
Για δύο επιμέρους πράξεις το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Πλην όμως, για το σύνολο των λοιπών περιστατικών κατέληξε σε καταδικαστική απόφαση.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η καταδίκη του για ενδοοικογενειακή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας ανηλίκου κατ’ εξακολούθηση. Η κατηγορία αφορούσε χειρονομίες γενετήσιου χαρακτήρα σε βάρος ενός εκ των δύο παιδιών, οι οποίες κρίθηκαν αποδεδειγμένες από το δικαστήριο.
Οι συνήγοροι υπεράσπισης ζήτησαν να αναγνωρισθούν στον κατηγορούμενο τα ελαφρυντικά του σύννομου βίου, των μη ταπεινών αιτίων και της καλής διαγωγής μετά την πράξη. Αν και ο εισαγγελέας είχε προτείνει να γίνει δεκτό το τελευταίο, το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα εν συνόλω και δεν αναγνώρισε ουδεμία ελαφρυντική περίσταση, σύμφωνα με τη dimokratiki.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, τα περιστατικά φέρονται να εκτυλίχθηκαν από τον Μάρτιο του 2019 έως την 1η Ιουλίου 2022 και αφορούσαν τα δίδυμα τέκνα του κατηγορουμένου, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό, τα οποία κατά την έναρξη της εξεταζόμενης περιόδου ήταν μόλις τεσσάρων ετών.
Κατά το κατηγορητήριο, ο πατέρας φέρεται να ασκούσε επανειλημμένα σωματική βία στον υιό του, χτυπώντας τον σε διάφορα σημεία του σώματος και περιορίζοντάς τον για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε κλειστό χώρο της οικίας ως μορφή τιμωρίας. Αντίστοιχα περιστατικά αποδίδονταν και σε βάρος της θυγατέρας του, με αναφορές σε χτυπήματα στο σώμα και στην κεφαλή, εκσφενδόνιση αντικειμένων και χρήση αντικειμένου κατά την πρόκληση τραυματισμών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, οι πράξεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση μωλώπων, εκδορών και έντονου σωματικού πόνου στα παιδιά, ενώ καταγράφεται και ψυχική επιβάρυνση λόγω της απομόνωσης που φέρεται να τους επιβαλλόταν.
Η δεύτερη κατηγορούμενη, γιαγιά των ανηλίκων, αντιμετώπιζε κατηγορία για απλή σωματική βλάβη σε βάρος ευάλωτων προσώπων, κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, φερόταν να είχε χτυπήσει επανειλημμένα τα παιδιά κατά την περίοδο που συνδιέμεναν μαζί της.
Το δικαστήριο, αξιολογώντας το αποδεικτικό υλικό, έκρινε ότι δεν προέκυπταν επαρκή στοιχεία για την ενοχή της και την αθώωσε πλήρως.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις κατηγορίες. Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η υπόθεση συνδέεται με διαμάχη για την επιμέλεια των παιδιών και αμφισβήτησε την εγκυρότητα της κοινωνικής έρευνας που προηγήθηκε της απομάκρυνσής τους από την οικογένεια.
Παράλληλα, προσκομίσθηκαν ένορκες βεβαιώσεις, ιατρικά και εκπαιδευτικά έγγραφα, καθώς και ιατροδικαστικές εκθέσεις, με την υπεράσπιση να υποστηρίζει ότι δεν είχαν διαπιστωθεί κακώσεις στα παιδιά και ότι αυτά μεγάλωναν σε ασφαλές περιβάλλον. Υποστήριξε επίσης ότι οι καταθέσεις των ανηλίκων είχαν επηρεασθεί από το περιβάλλον στο οποίο διέμεναν μετά την απομάκρυνσή τους.
Το δικαστήριο, ωστόσο, αξιολόγησε διαφορετικά τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του ως προς τον πατέρα και κατέληξε στην καταδίκη του για το μεγαλύτερο μέρος των πράξεων που του αποδίδονταν. Η απόφαση είναι πρωτόδικη και δύναται να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα.
