Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μίλησε χθες Τετάρτη για «πολύ καλές» επαφές στο Κατάρ, όπου αντιπρόσωποι των ΗΠΑ και του Ιράν πραγματοποίησαν έμμεσες και τεχνικές συζητήσεις για το λεγόμενο «μνημόνιο συνεννόησης», μετά από ανταλλαγές πληγμάτων που έθεσαν σε κίνδυνο την κατάπαυση του πυρός.
Σύμφωνα με το επίσημο ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων IRNA, οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν με συμφωνία που επιτρέπει στην Ισλαμική Δημοκρατία να προμηθεύεται αγαθά χρησιμοποιώντας μέρος των πόρων της που έχουν παγώσει στο Κατάρ. Τα μέρη συναίνεσαν επίσης στη δημιουργία και άμεση λειτουργία διαύλου επικοινωνίας για την αναφορά και καταγραφή τυχόν παραβάσεων της προκαταρκτικής συμφωνίας.
Μετά την υπογραφή του εν λόγω κειμένου από τους προέδρους των δύο κρατών στις 17 Ιουνίου, με μεσολάβηση κυρίως του Πακιστάν και του Κατάρ, η Ουάσινγκτον και η Τεχεράνη ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις που θεωρητικά θα διαρκέσουν 60 ημέρες -με δυνατότητα παράτασης- με στόχο την επίτευξη συμφωνίας που θα τερματίσει οριστικά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Διπλωματική πηγή του Γαλλικού Πρακτορείου ανέφερε χθες ότι επρόκειτο να πραγματοποιηθούν έμμεσες συνομιλίες στη Ντόχα, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη.
Διευκρίνισε ότι οι απεσταλμένοι του Ντόναλντ Τραμπ, ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, δεν συμμετείχαν σε αυτές· προχθές Τρίτη, είχαν συνάντηση στην πρωτεύουσα του Κατάρ με τον πρωθυπουργό και επικεφαλής της διπλωματίας του εμιράτου, τον Μοχάμεντ μπιν Αμπντουραχμάν αλ Θάνι.
Η Τεχεράνη αρνείται ότι υπήρξε οποιαδήποτε άμεση διαπραγμάτευση με την αμερικανική πλευρά στη Ντόχα. Κάτι που δεν εμπόδισε τον Αμερικανό πρόεδρο να εκφράσει την ικανοποίησή του για τις «πολύ καλές επαφές» και να διαβεβαιώσει ότι «όλα εξελίσσονται ομαλά».
«Η αποπυρηνικοποίηση του Ιράν προχωρά», δήλωσε ο Ρεπουμπλικάνος σε δημοσιογράφους στις ΗΠΑ. «Τους χτύπησαν πολύ σκληρά», ωστόσο «καταλαβαινόμαστε πολύ καλά», πρόσθεσε.
Μετά το πέρας των συνομιλιών, το Ιράν ανακοίνωσε ότι θα χρησιμοποιήσει μέρος των πόρων του που έχουν δεσμευτεί στο Κατάρ για την αγορά αναγκαίων αγαθών.
«Υπήρξε συμφωνία ώστε με βάση τις ανάγκες της χώρας μας, τα ζητούμενα προϊόντα να αποκτώνται και να τίθενται στη διάθεση του Ιράν», δήλωσε ο υφυπουργός Εξωτερικών Καζέμ Γαριμπαμπαντί, χωρίς να εισέλθει σε λεπτομέρειες σχετικά με τους μηχανισμούς.
Αν και η υπογραφή της προκαταρκτικής συμφωνίας μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης μείωσε σημαντικά την ένταση του πολέμου, συνεχίζουν να υπάρχουν έντονες εντάσεις, ιδίως όσον αφορά το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και τα στρατηγικής σημασίας Στενά του Ορμούζ, όπου η κίνηση των πλοίων επιβραδύνθηκε σημαντικά το σαββατοκύριακο μετά από επιθέσεις σε εμπορικά σκάφη.
Το Ιράν δηλώνει εδώ και εβδομάδες ότι προτίθεται να επιβάλει τέλη για υπηρεσίες που σχετίζονται με τη διέλευση εμπορικών πλοίων, με τη μία ή την άλλη μορφή, κάτι που οι ΗΠΑ θεωρούν απαράδεκτο.
Συνδικαλιστικές και εργοδοτικές οργανώσεις του ναυτιλιακού τομέα εξακολουθούν να θεωρούν ότι -τουλάχιστον μέχρι τις 9 Ιουλίου- τα Στενά παραμένουν εμπόλεμη ζώνη, σύμφωνα με ανακοίνωσή τους.
Πάντως η τιμή του βαρελιού πετρελαίου Μπρεντ Βόρειας Θάλασσας, ποικιλίας αναφοράς στις διεθνείς αγορές, παρέμεινε σταθερή χθες, λίγο κάτω από τα 70 δολάρια.
Κατηγορώντας την Τεχεράνη ότι έπληξε δύο πλοία την προηγούμενη εβδομάδα, ο αμερικανικός στρατός βομβάρδισε το Ιράν την Κυριακή. Η Ισλαμική Δημοκρατία απάντησε εξαπολύοντας πυραύλους και μη επανδρωμένα εναέρια συστήματα εναντίον γειτονικών της χωρών στον Κόλπο, ιδίως του Κουβέιτ και του Μπαχρέιν.
Η ένταση φαίνεται να έχει αποκλιμακωθεί από τότε.
«Όταν ένας πόλεμος μεγάλης κλίμακας φτάνει στο τέλος του (…) είναι αναπόφευκτο να υπάρχουν δυσκολίες στην εφαρμογή, επεισόδια, διαφορές απόψεων», σχολίασε ο επικεφαλής Ιρανός διαπραγματευτής, ο πρόεδρος του κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ, κατά τη διάρκεια συνέντευξής του που μεταδόθηκε προχθές Τρίτη το βράδυ από την κρατική τηλεόραση.
Η Τεχεράνη προτίθεται, πρόσθεσε, να επικεντρώσει τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις στον τερματισμό των εχθροπραξιών στον Λίβανο και στο Ορμούζ.
Είναι ακόμη «πολύ νωρίς στη διαδικασία διαπραγμάτευσης και δίνονται μάχες στους διαδρόμους και δημόσια», ωστόσο το «συνολικά θετικό μήνυμα είναι ότι συνεχίζουν τον διάλογο μετά τις συγκρούσεις της προηγούμενης εβδομάδας», εκτίμησε μιλώντας στο Γαλλικό Πρακτορείο η ερευνήτρια Άννα Τζέικομπς, συνεργάτιδα του Arab Gulf States Institute.
Στον Λίβανο, που η Τεχεράνη απαίτησε να συμπεριληφθεί στις διαπραγματεύσεις, το Ισραήλ συνεχίζει τους βομβαρδισμούς και τις επιχειρήσεις του τις τελευταίες ημέρες, παρά την υπογραφή συμφωνίας-πλαισίου των κυβερνήσεων των δύο κρατών την Παρασκευή στην Ουάσινγκτον με στόχο την αποκατάσταση «διαρκούς ειρήνης».
Η συμφωνία-πλαίσιο προβλέπει ότι το Ισραήλ θα συνεχίσει να κατέχει τμήμα του νότιου Λιβάνου, όπως συμβαίνει από την έναρξη του νέου πολέμου εναντίον της Χεζμπολάχ, στις 2 Μαρτίου, όσο το σιιτικό κίνημα που πρόσκειται στο Ιράν δεν παραδίδει τα όπλα. Η Χεζμπολάχ απορρίπτει τη συμφωνία και κάθε ενδεχόμενο αφοπλισμού της.
Πρόκειται για απαίτηση που διατυπώνεται εδώ και πολύ καιρό αλλά η λιβανική κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να ικανοποιήσει, παρά την πίεση των ΗΠΑ.
Ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Ισραέλ Κατς επανέλαβε χθες ότι ο στρατός της χώρας του θα παραμείνει «επ’ αόριστον» σε αυτές που χαρακτήρισε «ζώνες ασφαλείας» στον Λίβανο, στη Συρία και στη Λωρίδα της Γάζας.
Η Χεζμπολάχ κατηγορείται ότι έσυρε τον Λίβανο στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή στις αρχές Μαρτίου, όταν εκτόξευσε ρουκέτες εναντίον του Ισραήλ για να εκδικηθεί τον θάνατο του Ιρανού ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος σκοτώθηκε τις πρώτες ώρες της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας στις 28 Φεβρουαρίου. Σε αντίποινα, το Ισραήλ ορκίστηκε να «εξαλείψει» τον εχθρό και εξαπέλυσε βομβαρδισμούς ευρείας κλίμακας και χερσαία εισβολή στον νότιο Λίβανο, σκοτώνοντας πάνω από 4.200 ανθρώπους, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Υγείας στη Βηρυτό.
