Στέλεχος της ομοσπονδιακής αστυνομίας μετανάστευσης (ICE) άνοιξε πυρ και θανάτωσε χθες Δευτέρα νεαρό άτομο, το οποίο σύμφωνα με οργανώσεις προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ήταν 26χρονος Κολομβιανός, στην πολιτεία Μέιν, στις βορειοδυτικές ΗΠΑ.
Το θανατηφόρο περιστατικό σημειώθηκε στην Μπίντεφορντ, πόλη περίπου 22.000 κατοίκων, μία εβδομάδα μετά που στέλεχος της ICE άνοιξε πυρ και θανάτωσε Μεξικανό οικογενειάρχη στο Τέξας, τροφοδοτώντας το κλίμα οργής κατά της υπηρεσίας που έχει αναλάβει να εφαρμόσει την πολιτική καταστολής της μετανάστευσης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με το υπουργείο Εσωτερικής Ασφαλείας (DHS), το θύμα, «παράνομος αλλοδαπός», εναντίον του οποίου εκκρεμούσε «αμετάκλητη απόφαση απέλασης», επιχείρησε να «διαφύγει» από τροχονομικό έλεγχο κατά τη διάρκεια επιχείρησης στην οποία αποτελούσε στόχο.
«Λόγω ανησυχίας για τη δημόσια ασφάλεια, στέλεχος χρησιμοποίησε το πυροβόλο όπλο του», πλήττοντας τον οδηγό, που κατέληξε εν συνεχεία στα τραύματά του, ανέφερε η ίδια πηγή.
Το γραφείο του γενικού εισαγγελέα του Μέιν επίσης ανακοίνωσε πως ο άνθρωπος που θανατώθηκε «επιχείρησε να διαφύγει οδηγώντας όχημα» το οποίο κινείτο «προς την κατεύθυνση του πράκτορα» που άνοιξε πυρ.
Προσέθεσε ότι ο αστυνομικός που άνοιξε πυρ τέθηκε σε διοικητική άδεια, όπως προβλέπει το ισχύον πρωτόκολλο όταν διαδραματίζεται θανατηφόρο συμβάν στο οποίο εμπλέκεται μέλος των σωμάτων ασφαλείας. Η ομοσπονδιακή αστυνομία (FBI) ανακοίνωσε πως διεξάγει έρευνα.
Αυτόπτης μάρτυρας, ο Ντάνιελ Μπούτσερ, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι βρισκόταν εντός της οικίας του όταν άκουσε πυροβολισμούς.
Από παράθυρο, παρατήρησε μικρό σεντάν που εγκλωβίστηκε και προσέκρουσε σε λευκό SUV. Στη συνέχεια, ανέφερε, στέλεχος της ICE απομάκρυνε από το σεντάν τον οδηγό και τον έριξε στο έδαφος.
«Το κεφάλι και το πρόσωπο του ατόμου ήταν καλυμμένα με αίμα. Ήταν αποτρόπαιο. Εκείνη τη στιγμή άκουσα καθαρά το θύμα να λέει “προσπαθούσα να σταματήσω”, ή κάτι ανάλογο».
Κατέληξε δευτερόλεπτα αργότερα.
Δύο τοπικές μη κυβερνητικές οργανώσεις, η Maine Immigrants’ Rights Coalition και η Presente Maine, που ταυτοποίησαν το θύμα, ανέφεραν σε κοινή ανακοίνωσή τους πως αντίθετα με τους ισχυρισμούς των αρχών, ο νεαρός κατείχε νόμιμη άδεια διαμονής και απασχόλησης στις ΗΠΑ.
«Δεν θα επιτρέψουμε αυτόν τον θάνατο να εκπέσει σε απλή υποσημείωση στα στοιχεία αυτής της κυβέρνησης», υπογράμμισε η Κρίσταλ Κρον, διευθύνουσα σύμβουλος της Presente Maine.
Ο γερουσιαστής του Μέιν Άνγκους Κινγκ δήλωσε πως αρχικά ο υπουργός Εσωτερικής Ασφαλείας Μαρκγουέιν Μάλιν, με τον οποίο επικοινώνησε, του ανέφερε ότι εναντίον του θύματος εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης σχετιζόμενο με το μεταναστευτικό του καθεστώς — πρόσθεσε ωστόσο πως εν συνεχεία ο υπουργός τον κάλεσε για να του ανακοινώσει πως ο άνδρας που θανατώθηκε δεν αποτελούσε τον στόχο της επιχείρησης, σύμφωνα με δημοσιεύματα αμερικανικών ΜΜΕ.
Ο γερουσιαστής Κινγκ απαίτησε «πλήρη, διαφανή και δημόσια έρευνα».
Επί τόπου, οργανώθηκε περίμετρος ασφαλείας στο σημείο όπου εκτυλίχθηκε το θανατηφόρο επεισόδιο.
Διαδηλωτές πραγματοποίησαν πορεία στη συνοικία, κρατώντας πλακάτ με το σύνθημα «έξω η ICE!», προτού συγκεντρωθούν έμπροσθεν του γραφείου της άλλης γερουσιάστριας του Μέιν, της Σούζαν Κόλινς, που ανήκει στο ρεπουμπλικανικό κόμμα.
«Η ζωή ενός ανθρώπου χάθηκε» και «η οικογένειά του και οι πολίτες της κοινότητάς μας δικαιούνται σαφείς απαντήσεις για το τι συνέβη», υπογράμμισε ο δήμαρχος της Μπίντεφορντ Λίαμ ΛαΦάουντεν σε ανακοίνωσή του.
«Αναγνωρίζω τον φόβο και την αβεβαιότητα που προκαλεί ένα συμβάν τέτοιας σοβαρότητας στην πόλη μας», πρόσθεσε.
Τα στελέχη της ICE, συνήθως πλήρως εξοπλισμένα, συχνά με καλυμμένα πρόσωπα, επιφορτισμένα να υλοποιήσουν την εκστρατεία μαζικών απελάσεων μεταναστών που επιδιώκει ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος Τραμπ, έχουν βρεθεί αντιμέτωπα με έντονες επικρίσεις στις ΗΠΑ για τις μεθόδους τους, που χαρακτηρίζονται από υπερβολικά επιθετικές έως βάναυσες, ιδιαίτερα μετά τους θανάτους δύο Αμερικανών —της Ρενέ Γκουντ και του Άλεξ Πρέτι— στη Μινεάπολη στις αρχές του έτους.
