Σήμερα συμπληρώνεται ο πρώτος χρόνος της κυβέρνησης του Φρίντριχ Μερτς – όμως ποιος αισθάνεται πραγματικά διάθεση για γενέθλια; Από τη μία πλευρά ο Ντόναλντ Τραμπ, το Ιράν και οι τιμές των καυσίμων, από την άλλη η Ουκρανία, η οικονομία και οι δημοσκοπήσεις, τα πρώτα γενέθλια τον βρίσκουν να απαντά ακόμη και σε ερωτήσεις για …πρόωρες εκλογές.
«Κανένας καγκελάριος πριν από μένα δεν είχε τόσα να υπομείνει» παραπονέθηκε ο κ. Μερτς στην επετειακή συνέντευξή του στο Der Spiegel το προηγούμενο Σαββατοκύριακο. Αν κρίνουμε όμως από τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις –κυβέρνηση σε ιστορικά χαμηλή βαθμολογία, την Χριστιανική Ένωση (CDU/CSU) έως και πέντε μονάδες πίσω από την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) και τον ίδιο στην τελευταία θέση της δημοτικότητας– μάλλον δεν μπορεί να προσδοκά ευρεία συμπόνοια. «Δεν είναι η κυβέρνηση το πρόβλημα, είναι ο καγκελάριος» λένε οι δημοσκοπήσεις, κι ο Φρίντριχ Μερτς αντεπιτίθεται: «Δεν φταίω μόνο εγώ, φταίτε κι εσείς: Κάποιοι βλέπουν την δημοκρατική πολιτική μέσα από τον φακό της “στιγμιαίας ικανοποίησης” και αρνούνται την οδυνηρή πραγματικότητα – έπειτα από 80 χρόνια ειρήνης και 36 χρόνια ως ενωμένη χώρα, η ψευδαίσθηση ευημερίας της σύγχρονης Γερμανίας δεν θα αντέξει» προειδοποίησε μέσω του Spiegel, μιλώντας για «βαθιά αναταραχή». Μέσα και έξω, θα συμπλήρωνε κανείς.
Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης δεν έχει καταγράψει πραγματική ανάπτυξη μετά την πανδημία του κορονοϊού και δεν διαφαίνεται προς το παρόν τρόπος ή δρόμος επιστροφής στις προηγούμενες δυναμικές επιδόσεις. Για φέτος και για το 2027 προβλεπόταν ανάπτυξη 1,0-1,6%, όμως οι δασμοί από τις ΗΠΑ και η νέα κρίση στη Μέση Ανατολή έχουν ήδη προκαλέσει αναθεώρηση κατά ‑50% – κι ίσως ακολουθήσει και άλλη, αν η κατάσταση δεν ηρεμήσει σύντομα. Γκρίνια ακούγεται πλέον ακόμα και από το θεωρούμενο προπύργιο του καγκελάριου, την οικονομία. Χθες το βράδυ, μιλώντας σε εκδήλωση του Οικονομικού Συμβουλίου του CDU, ρώτησε το ακροατήριο με νόημα: «Μπορώ ακόμη να σας αποκαλώ “αγαπητούς φίλους”;»
Ο Φρίντριχ Μερτς υποσχόταν διαρκώς «πολλές, γενναίες και γρήγορες» μεταρρυθμίσεις σε κομβικούς τομείς κι ένα «φθινόπωρο των μεταρρυθμίσεων» που πέρασε προ πολλού. Περιορισμό της γραφειοκρατίας, μείωση του κόστους της ενέργειας, αλλαγές στη φορολογία, βελτιώσεις στα συστήματα συνταξιοδότησης, υγείας και πρόνοιας, με στόχο τη μακροπρόθεσμη ευημερία της Γερμανίας, βρίσκονται στη λίστα …αναμονής, καθώς σκοντάφτουν στις διαφωνίες μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων. Την ίδια στιγμή, αναζητούνται 16 δισεκατομμύρια στο ασφαλιστικό, κάτι που μεταφράζεται σε υψηλότερες συμμετοχές στα φάρμακα, όρια στη δωρεάν οικογενειακή κάλυψη, μεγαλύτερες εισφορές για τους υψηλόμισθους, ανώτατα όρια αμοιβών για γιατρούς και φόρο στα ζαχαρούχα ποτά.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία ταρακούνησε ολοκληρωτικά την αντίληψη της Ευρώπης για την ασφάλειά της. Η Γερμανία, από τους πιο απρόθυμους ΝΑΤΟϊκούς εταίρους στους εξοπλισμούς, κήρυξε σχεδόν «λευκή επιταγή» για τον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεών της, άλλαξε τη νομοθεσία για τη στρατιωτική θητεία και επενδύει γενναιόδωρα στην άμυνα – κάποτε αδιανόητο. Οι στρατιωτικές δαπάνες της Γερμανίας αυξήθηκαν πέρυσι 24% και έφτασαν περίπου τα 110 δισεκατομμύρια ευρώ, τοποθετώντας τη στη 4η θέση παγκοσμίως, πίσω από ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία. Το ποσό προβλέπεται να διπλασιαστεί έως το 2030. Το μαζικό πρόγραμμα επανεξοπλισμού συνοδεύεται όμως από αντιδημοφιλείς περικοπές στις κοινωνικές παροχές και νέους φόρους.
Όσο η κυβέρνηση μάχεται τις κρίσεις, η ακροδεξιά κερδίζει έδαφος στις δημοσκοπήσεις και προηγείται πλέον καθαρά του κόμματος του καγκελάριου, ενώ ο ίδιος παραμένει σταθερά ο λιγότερο δημοφιλής πολιτικός της χώρας. Στη χθεσινή μέτρηση του Ινστιτούτου INSA, η πλειοψηφία προκρίνει κυβερνητικό συνασπισμό CDU/CSU-AfD, ενώ στην ερώτηση «ποιο κόμμα θα πρέπει να ορίσει τον επόμενο καγκελάριο;», το 25% επιλέγει την AfD και την Ένωση μόλις το 19%. «Έχουμε πρόβλημα επικοινωνίας», παραδέχθηκε ο κ. Μερτς, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι μετά μόλις ένα χρόνο στην καγκελαρία καλείται να απαντήσει σε ερωτήσεις για πρόωρες εκλογές, για ψήφο εμπιστοσύνης, ακόμα και για κυβέρνηση μειοψηφίας με ανοχή της ακροδεξιάς.
Μετά την το λιγότερο αμήχανη επίσκεψη του Φρίντριχ Μερτς στο Οβάλ Γραφείο τον περασμένο Μάρτιο και τη σφοδρή κριτική που ακολούθησε, ο καγκελάριος …πήρε το όπλο του. Αρχικά απέρριψε το αίτημα των ΗΠΑ για στρατιωτική υποστήριξη στις επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, λέγοντας πως «αυτός δεν είναι δικός μας πόλεμος». Στη συνέχεια εξήγησε ότι, αν η Ουάσιγκτον ήθελε βοήθεια, έπρεπε να είχε εκ των προτέρων συμβουλευτεί τους συμμάχους της και, για να το τελειώσει, σχολίασε ότι το Ιράν «ταπεινώνει» τις ΗΠΑ, οι οποίες «προφανώς» δεν έχουν στρατηγική εξόδου από την κατάσταση που οι ίδιες δημιούργησαν. Οι απαντήσεις του Ντόναλντ Τραμπ δεν άργησαν και ήταν στο γνωστό του ύφος: «Ο Μερτς δεν ξέρει τι λέει, ας ασχοληθεί με τη διαλυμένη χώρα του» … και, στο παρελθόν, ανακοίνωσε και την αποχώρηση 5.000 στρατιωτών από βάσεις στο γερμανικό έδαφος. Το ψυχρό κύμα που έρχεται από τον Ατλαντικό προσθέτει άλλο ένα πρόβλημα στο Βερολίνο, όσο κι αν ο καγκελάριος επιμένει ότι είναι «όλα ΟΚ» με τον Αμερικανό πρόεδρο.
Στις 6 Μαΐου 2025 ο Φρίντριχ Μερτς έγραψε δύο όχι και τόσο κολακευτικά ρεκόρ: έγινε ο γηραιότερος καγκελάριος που ανέλαβε εξουσία και ο πρώτος που χρειάστηκε δύο ψηφοφορίες στην Bundestag για να εκλεγεί. Έναν χρόνο μετά διαχειρίζεται μια «πολυκρίση» και μάχεται με την αρνητική εικόνα του στο εσωτερικό. «Δεν είμαστε ακόμη εκεί που θέλουμε και πρέπει να είμαστε. Αυτό που έχουμε πετύχει δεν επαρκεί. Δεν είμαστε μπροστά από την καμπύλη (…) Σίγουρα θα μπορούσα να βελτιωθώ στην επικοινωνία», παραδέχθηκε σε προσπάθεια να κερδίσει συμπάθεια. Η κυβέρνησή του όμως απασχολεί συχνά τη δημοσιότητα με εσωτερικές έριδες, αλληλοκατηγορίες, κομματικές πολιτικές, ενώ οι εταίροι κατηγορούν ο ένας τον άλλον για έλλειψη συμβιβασμού. Ο καγκελάριος σήμερα μάλλον δεν έχει να γιορτάσει κάτι – το πρόβλημα είναι ότι το ξέρουν όλοι.
