web analytics

Άντι Γκαρσία: Το σεξ σύμβολο των ‘80ς κι η καριέρα μετά το δώρο του «Νονού»

Ξεκίνησε εντυπωσιακά, έχοντας την τύχη να ενσαρκώσει σπουδαίους ρόλους σε σημαντικές ταινίες, αξιοποιώντας την αρρενωπή γοητεία του, το βαθύ βλέμμα του, το υποκριτικό του ταλέντο και την παθιασμένη εκφραστικότητα ενός λατίνου. Ωστόσο, ο Άντι Γκαρσία δεν είχε αντίστοιχη πορεία, περιοριζόμενος την τελευταία εικοσαετία σε ρόλους αδιάφορους, τις περισσότερες φορές σε ανυπόληπτες ή μέτριες ταινίες, ως ακόμη ένας σχεδόν σταρ, που δοκίμασε και τη σκηνοθεσία χωρίς εξαιρετικά αποτελέσματα, ενώ πλέον γυρίζει ταινίες αποκλειστικά για την αμοιβή.

Ο κουβανικής καταγωγής ηθοποιός, θα έχει την τύχη να συνεργαστεί στις αρχές της πορείας του με εμβληματικούς σκηνοθέτες όπως ο Μπράιαν Ντε Πάλμα, ο Ρίντλεϊ Σκοτ και ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, σε εξαιρετικές ταινίες και δίπλα σε σταρ, από τον Σον Κόνερι, τον Κέβιν Κόστνερ και τον Μάικλ Ντάγκλας, μέχρι τον Αλ Πατσίνο και τη Ντάιαν Κίτον. Οι υποσχέσεις για λαμπρή καριέρα ήταν τεράστιες, συνεχίζοντας να αγωνίζεται σε κάποιες αξιόλογες παραγωγές, αλλά πολύ σύντομα άρχισε να κατεβαίνει, κάνοντας άστοχες επιλογές και κοιτάζοντας μόνο τις καλές αμοιβές.

Ο Άντι Γκαρσία, που σήμερα συμπληρώνει 70 χρόνια, αποτελεί ακόμη μία περίπτωση ηθοποιού που θα μπορούσε να φτάσει στην κορυφή της αμερικάνικης κινηματογραφικής βιομηχανίας, όμως έμεινε στην πλουσιοπάροχη «χρυσή μετριότητα» και στην παροδική ετικέτα του «σεξ σύμβολο». Ίσως οφείλεται στην καταγωγή του, στα δύσκολα παιδικά του χρόνια, στην εμμονή του για μια «θριαμβευτική» επιστροφή στην Κούβα, με τα μεγαλεία ενός μέλους της αριστοκρατικής τάξης στη χώρα που γεννήθηκε.

Ο Αντρέ Αρτούρο Γκαρσία Μενέντεζ, όπως ήταν το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στις 12 Απριλίου του 1956 στην Αβάνα, από γονείς εύπορους – ο πατέρας του ήταν μεγαλοδικηγόρος και κάτοχος τεράστιας φυτείας αβοκάντο και η μητέρα του καθηγήτρια αγγλικών – και θα αναγκαστεί να διαφύγει από την Κούβα το 1961, μετά την ανατροπή του δικτάτορα Μπατίστα, ακολουθώντας την οικογένειά του στο Μαϊάμι. Από τα πλούτη, τις υπέροχες ανέμελες μέρες στην Κούβα και στο παραδεισένιο αγρόκτημα με θέα τη θάλασσα, βρέθηκε με την οικογένειά του σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, με περιουσία 300 δολαρίων και ένα κουτί πούρα. Η οικογένεια του έπρεπε να ξεκινήσει από το μηδέν, όπως πολλοί πατριώτες του που εκείνη την εποχή εγκατέλειψαν κακήν κακώς την Κούβα.

Μετά από κάποια χρόνια, η οικογένειά του κατάφερε να ιδρύσει μία επιτυχημένη εταιρεία αρωμάτων, με τον νεαρό Άντι, αφού τελείωσε το Λύκειο στο Μαϊάμι Μπιτς, δίπλα στον Μίκι Ρουρκ, να βλέπει το μέλλον του στο μπάσκετ, παρότι 1,78 ύψος, παίζοντας στην ομάδα του κολεγίου του. Θα αρρωστήσει σοβαρά από μονοπυρήνωση, κόβοντας τα όνειρά του και στρέφοντάς τον προς την υποκριτική. Θα σπουδάσει ηθοποιία στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα και αμέσως μετά θα φύγει για το Χόλιγουντ, αρχίζοντας να παίζει σε μικρούς ρόλους και ζώντας πολύ φτωχικά.

Η τύχη όμως χτύπησε γρήγορα την πόρτα του, κάνοντας το ντεμπούτο του σε ένα επεισόδιο της δημοφιλούς αμερικάνικης σειράς «Hill Street Blues», που του χάρισε τον πρώτο κινηματογραφικό του ρόλο στο καλογυρισμένο αστυνομικό θρίλερ του Χαλ Άσμπι και σενάριο Όλιβερ Στόουν, «Οχτώ Εκατομμύρια Τρόποι να Πεθάνεις», παίζοντας δίπλα στον Τζεφ Μπρίτζες. Εκεί τον πρόσεξε ο Μπράιαν Ντε Πάλμα και του άνοιξε τον δρόμο για να εκτοξεύσει το όνομά του στο Χόλιγουντ. Θα τον τοποθετήσει ανάμεσα στον Κέβιν Κόστνερ και τον Σον Κόνερι, στην υπέροχη αστυνομική περιπέτεια «Οι Αδιάφθοροι» (1987), μία τεράστια επιτυχία βασισμένη στην ιστορία για τη σύλληψη του Αλ Καπόνε, τον οποίο υποδύθηκε αξιομνημόνευτα ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο.

Δύο χρόνια μετά συμπρωταγωνίστησε στο ατμοσφαιρικό αστυνομικό θρίλερ «Καυτή Βροχή», δίπλα στον Μάικλ Ντάγκλας, που γύρισε ο Ρίντλεϊ Σκοτ στην Ιαπωνία, ένα εντυπωσιακό φιλμ, στο οποίο έκανε ακόμη μία εξαίρετη ερμηνεία ο Γκαρσία. Η τύχη του όμως δεν σταματά εκεί· ο Φράνσις Φορντ Κόπολα τον επέλεξε για τον κύριο ρόλο δίπλα στον Αλ Πατσίνο, στο τρίτο μέρος του «Νονού». Έναν ρόλο περιζήτητο που επιδίωξαν πολλοί καταξιωμένοι ηθοποιοί – ανάμεσά τους και ο ανιψιός του Κόπολα Νίκολας Κέιτζ – και τελικά κατέληξε στον Γκαρσία. Υποδυόμενος άριστα τον θερμοκέφαλο ανιψιό του «Νονού», Βίνσεντ Μαντσίνι, ο Γκαρσία έφτασε μέχρι και τις υποψηφιότητες για Όσκαρ Β’ Ρόλου, ενώ χαρακτηρίστηκε ένας από τους πλέον «καυτούς» ηθοποιούς του αμερικάνικου σινεμά.

Τον επόμενο χρόνο πρωταγωνίστησε μαζί με τον Ρίτσαρντ Γκιρ στο αστυνομικό θρίλερ του ανερχόμενου τότε Μάικλ Φίγκις «Βρώμικες Υποθέσεις», κρατώντας στιβαρά τον ρόλο του καθαρού αστυνομικού που διώκει τον διαφθαρμένο, σατανικό συνεργάτη του – από τις καλύτερες ερμηνείες του Ρίτσαρντ Γκιρ.

Θα ακολουθήσουν ακόμη κάποια αξιόλογα φιλμ, όπως τα «Ήρωας Κατά Λάθος» του Στίβεν Φρίαρς, «Τζένιφερ 8» του Μπρους Ρόμπινσον και «Οι Ωραίοι Δεν Πεθαίνουν στο Ντένβερ». Ωστόσο, η ταινία που ξεχωρίζει, κυρίως για την ερμηνεία του, είναι το ρομαντικό δράμα «Όταν Ένας Άντρας Αγαπάει Μια Γυναίκα», έχοντας στο πλευρό του την Μεγκ Ράιαν. Ένα μελόδραμα που του έδωσε την ευκαιρία να δείξει ότι η ερμηνευτική γκάμα του Γκαρσία μπορεί να απλωθεί σε περισσότερους ρόλους πέρα από αστυνομικά ή γκανγκστερικά φιλμ.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 άρχισε να χάνει την αίγλη του, παίζοντας σε αδιάφορες ταινίες, κάτι που θα αντιστρέψει προσωρινά με τη συμμετοχή του στις επιτυχίες «Η Συμμορία των Δώδεκα» και έπειτα των …δεκατριών, υποδυόμενος τον σκληρό ιδιοκτήτη καζίνο στο Λας Βέγκας, σε σκηνοθεσία του ικανότατου Στίβεν Σόντερμπεργκ, μπαίνοντας, έστω και ως ο «κακός», στην παρέα ενός ζηλευτού καστ πρωταγωνιστών: Τζορτζ Κλούνεϊ, Μπραντ Πιτ, Τζούλια Ρόμπερτς, Ματ Ντέιμον, Κάθριν Ζέτα Τζόουνς, Βενσάν Κασέλ, ακόμη και τους θρυλικούς Έλιοτ Γκουλντ και Άλμπερτ Φίνεϊ.

Αυτό όμως ήταν το άτυπο πρόωρο φινάλε της καριέρας του, καθώς στη συνέχεια, αφού μπήκε χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία και στη σκηνοθεσία με τρεις μέτριες παραγωγές, συνέχισε να παίζει σε ευτελείς ταινίες, ως ένας ακόμη ηθοποιός της σειράς. Ο Guardian έγραψε χαρακτηριστικά: «Έχει όλη την καυτή λατινική δύναμη, τη σκοτεινή και επικίνδυνη εμφάνιση. Γιατί δεν έγινε ο επόμενος Ντε Νίρο ή Πατσίνο;»

Ο Άντι Γκαρσία, πιστός καθολικός, παντρεμένος από το 1982 με τη Μαρία Βικτόρια Λορίδο, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά, απέφευγε να συμμετάσχει σε ερωτικές σκηνές, παρότι αυτές θα ανέβαζαν τις μετοχές του στο σταρ σύστεμ, ως σεβασμό στο στεφάνι του, όπως έλεγε. Ο Γκαρσία πρωταγωνίστησε όμως και με δηλώσεις του στην εκστρατεία εναντίον του κουβανικού καθεστώτος και του Κάστρο, κάτι που τον έφερε σε αντιπαράθεση και με τον Αντόνιο Μπαντέρας, που είπε γι’ αυτόν «ότι δεν θέλει να είναι μετανάστης, αλλά Αμερικάνος». Μετά από παρεμβάσεις τρίτων, ο Ισπανός σταρ ζήτησε συγγνώμη και εξέφρασε την εκτίμησή του στο πρόσωπο και την κινηματογραφική αξία του Γκαρσία.

Συμπληρώνοντας τα 70 του χρόνια, ο Γκαρσία φαίνεται πλέον να έχει εγκαταλείψει το όνειρο για μία δυνατή επιστροφή με έναν ξεχωριστό ρόλο, κάτι που να θυμίζει τη λάμψη της δεκαετίας του ’80, αρκούμενος σε τυπικές συμμετοχές σε ανόητα φιλμάκια, όπως αρκετοί συνάδελφοί του, εξασφαλίζοντας απλώς το παντεσπάνι του…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *