Κύλησαν ήδη δέκα χρόνια από τη μέρα που έφυγε ο Γιάννης Βόγλης, ο σπουδαίος ηθοποιός που πάλεψε σκληρά σε ολόκληρο το ταξίδι του, στο αγαπημένο του θέατρο, τον κινηματογράφο, ακόμα και στην τηλεόραση, για να ξεπληρώσει τα χρέη του, όπως ο ίδιος έλεγε. Ήταν όμως και ένας ανυποχώρητος χαρακτήρας, μία ασυμβίβαστη προσωπικότητα, ένας μαχητής δίπλα στην κοινωνία, που ποτέ δεν πρόδωσε τις αρχές του, διατηρώντας άσβεστη την πίστη του στον άνθρωπο και στην ενότητα του ελληνικού λαού, από τα νιάτα του ως το τελευταίο του ξημέρωμα.
Την καριέρα του τη στιγματίζει, άδικα, η περιβόητη ατάκα «στάσου, μύγδαλα» της ταινίας «Κορίτσια στον Ήλιο», όπως είχε προβλέψει ο σκηνοθέτης της συμπαθητικής κομεντί Βασίλης Γεωργιάδης, αν και ο Γιάννης Βόγλης θα έπρεπε να μείνει στη μνήμη μας για πολύ περισσότερα. Τις θυσίες του για τη θεατρική τέχνη, το υποκριτικό του ταλέντο, τις γνώσεις του, τις εμπειρίες του από τη ζωή. Άλλωστε, παιδί ήταν όταν έζησε την εκτέλεση των 200 Ελλήνων αγωνιστών στην Καισαριανή και άκουσε τις ριπές των πολυβόλων, «μέσα στην παγωμένη σιωπή της περιοχής», κι έζησε την απώλεια του πατέρα, που δεν γύρισε από το ελληνοαλβανικό μέτωπο. Νέος απορρίφθηκε από το Εθνικό Θέατρο, ως «επικίνδυνος», επειδή αρνήθηκε να υπογράψει χαρτί «εθνικοφροσύνης» και αρκετά αργότερα δέχθηκε απειλές από τοκογλύφους όταν η ζωή του τα ‘φερε ανάποδα και αναγκάστηκε να δανειστεί.
Παλικαρίσια κορμοστασιά και μόχθος
Ο Γιάννης Βόγλης δεν αρκέστηκε στην εξωτερική του εμφάνιση, την παλικαρίσια κορμοστασιά, το πανέμορφο πρόσωπο, τη βροντώδη φωνή, τα ξανθά μαλλιά και τα γαλάζια μάτια – που δεν του έκλεβαν τη μεσογειακή γοητεία – αλλά μόχθησε για να κατακτήσει την υποκριτική τέχνη. Ίσως γι’ αυτό κάποτε είχε πει νοηματικά ότι «ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στο ιδεατό και στο πραγματικό, αλλιώς μπορεί να χαθεί εκτός πραγματικότητας. Να πορεύεται ανοδικά με πολύ κόπο και κούραση, αλλά σε ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό πλαίσιο του τι θέλει και τι πιστεύει ότι μπορεί να κάνει».
Ο πατέρας, ο πατριός και το νυχτερινό σχολείο
Ο Γιάννης Γκόγκλης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου του 1937, για να ζήσει τον πόλεμο και την κατοχή προτού προλάβει να γνωρίσει το παιχνίδι στις αλάνες του Βύρωνα, εκεί που αργότερα ξεδίπλωσε το ζωηρό του ταπεραμέντο. Έχασε τον πατέρα του στον πόλεμο, όμως η μητέρα του είχε την τύχη να παντρευτεί έναν «υπέροχο γλυκό, λαϊκό άνθρωπο» που του χάρισε πατρική στοργά και τον οποίο ο μικρός Γιαννάκης ανταπέδωσε αμέσως, ονομάζοντάς τον «πατέρα, με όλη τη σημασία της λέξης». Από νωρίς μπήκε στους αγώνες, δουλεύοντας και παρακολουθώντας νυχτερινό σχολείο, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι την καλή και τη σκληρότητα του τότε εκπαιδευτικού συστήματος, που «ηδονιζόταν να βάζει μονάδα στους αδιάβαστους μαθητές», ενώ πολύ σύντομα οργανώθηκε στη νεολαία της ΕΔΑ.
Θαμπωμένος από τον Μάνο Κατράκη
Για το ζωηρό αγόρι, όλα άλλαξαν όταν πρωτοείδε στο θέατρο τον Μάνο Κατράκη (αλήθεια, πόσοι σημαντικοί ηθοποιοί δεν χρωστούν την καριέρα τους στη θέαση του μεγάλου Κρητικού λεβέντη ηθοποιού;) αποφασίζοντας θαμπωμένος ότι θέλει να ασχοληθεί με την υποκριτική. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Πέλου Κατσέλη στα τέλη της δεκαετίας του ’50, παρά τις επιφυλάξεις της μητέρας του, που του πρότεινε να γίνει παπάς, λέγοντάς του «να μην παντρευτείς, να ανέβεις στην ιεραρχία… Θα έχεις όσες… ανιψιές θέλεις, λεφτά, αυτοκινητάρα».
Η γυναίκα της ζωής του
Το 1959, αποδείχτηκε ευτυχής χρονιά για τον Βόγλη, αφού στα γυρίσματα της ταινίας «Ερόικα» του Μιχάλη Κακογιάννη, ερμηνεύοντας ένα ρολάκι, θα γνωρίσει τη γυναίκα της ζωής του, την Μιράντα, μία «ηρωίδα», όπως την αποκαλούσε, γιατί αποδέχθηκε αγόγγυστα την αφοσίωσή του στο θέατρο, κράτησε το σπιτικό τους μέσα σε δυσκολίες και ανέθρεψε τα δυο τους παιδιά. Δύο χρόνια μετά, πάτησε για πρώτη φορά το θεατρικό σανίδι στο έργο του Μπέρτολντ Μπρεχτ «Η άνοδος του Αρτούρο Ούι», σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν.
Στο θεατρικό προσκήνιο
Στην πολύχρονη θεατρική του διαδρομή συνεργάστηκε με κορυφαίους ηθοποιούς, όπως η Έλλη Λαμπέτη, ο Αλέκος Αλεξανδράκης και – τι σύμπτωση – με τον άνθρωπο που του μετέδωσε το μικρόβιο της υποκριτικής, τον ανεπανάληπτο καλλιτέχνη και αγωνιστή Μάνο Κατράκη. Υπήρξε βασικό στέλεχος του περίφημου θιάσου «Προσκήνιο» του Αλέξη Σολωμού, ενώ αργότερα συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Τη δεκαετία του ’80 ίδρυσε τον καλλιτεχνικό οργανισμό «Ανατολή», όπου ανέβασε σημαντικές παραγωγές, όπως «Καπετάν Μιχάλη» και «Αλέξη Ζορμπά» του Νίκου Καζαντζάκη, το πολυθέαμα «Ελλάδα – Ρίτσος, Μακρυά Πορεία», τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου και «Ο Καλός Στρατιώτης Σβέικ» του Γιάροσλαβ Χάσεκ. Η θεατρική του διαδρομή έκλεισε το 2011, όταν ολοκληρώθηκε η θητεία του ως επικεφαλής του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας.
Το Χώμα και τα Κορίτσια
Στα κινηματογραφικά πλατό μπήκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ενώ το 1966 έγινε περισσότερο γνωστός παίζοντας, δίπλα στον Κατράκη και τον Κούρκουλο, στην τεράστια επιτυχία του Βασίλη Γεωργιάδη «Το Χώμα Βάφτηκε Κόκκινο». Ένα βουκολικό δράμα για την εξέγερση των κολίγων στον θεσσαλικό κάμπο, που έφτασε μέχρι τις υποψηφιότητες για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Το 1968 ακολούθησε ακόμη μία επιτυχία, αυτή τη φορά στη ρομαντική κομεντί «Κορίτσια στον Ήλιο», όπου ο Βόγλης υποδύεται έναν αφελή βοσκό που μπλέκεται με μία αγγλίδα τουρίστρια, την Αν Λόμπεργκ. Η ταινία απέσπασε το βραβείο καλύτερης ταινίας στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και ήταν υποψήφια για τη Χρυσή Σφαίρα ξενόγλωσσης ταινίας.
Η παρακμή του εμπορικού σινεμά
Ανάμεσα στις πολλές ταινίες που γύρισε, όταν ήδη είχε αρχίσει η πτώση του παλιού εμπορικού σινεμά και κυριαρχούσαν οι «ταινίες-ξεπέτα» («Ένας Μάγκας στα Σαλόνια», «Εγώ Ρεζίλεψα τον Χίτλερ», «Οι Γενναίοι του Βορρά» κ.λπ.), ξεχωρίζει η ερμηνεία του στο καλογυρισμένο αισθηματικό δράμα «Ραντεβού με μια Άγνωστη» και πάλι του Γεωργιάδη, με παρτενέρ την Έλενα Ναθαναήλ, και το προκλητικό για την εποχή του «Ο Βάλτος», σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου.
Η τηλεόραση και οι τοκογλύφοι
Στην τηλεόραση, όπου δούλεψε πολύ, κυρίως για να ξεφύγει από τους τοκογλύφους και να βγάλει τα χρέη του, όπως ο ίδιος είχε εξομολογηθεί, είχε μακρά παρουσία, ξεκινώντας το 1978 ως πρωταγωνιστής στο σήριαλ του Γιώργου Σκαλενάκη «Έρωτας και Επανάσταση». Κατόπιν είχε δεκάδες συμμετοχές στην ιδιωτική τηλεόραση («Άφρικα», «Μοιραίο Πάθος», «Ψίθυροι Καρδιάς», «Σύνορα Αγάπης», «Η Αγάπη Ήρθε Από Μακριά», «Της Αγάπης Μαχαιριά» κ.λπ.), ενώ ολοκλήρωσε τον τηλεοπτικό του κύκλο με την κυπριακή παραγωγή «Σε Φόντο Κόκκινο» το 2010.
Μνήμη
Ο Γιάννης Βόγλης, που έφυγε στις 20 Απριλίου του 2016 στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών, υπήρξε ένας σημαντικότατος ηθοποιός, σκηνοθέτης, άνθρωπος του πνεύματος και αγωνιστής, που πάντα εξέφραζε με θάρρος τις απόψεις του για λαϊκή ομοψυχία. Όπως εκείνες τις ιστορικές και τραγικές στιγμές που είχαν χαραχτεί στη μνήμη του, μετά την εκτέλεση των 200 αγωνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, όταν χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους, ενωμένοι, πέρα από τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, θρηνώντας και αποφασισμένοι να συνεχίσουν τον αγώνα για την ανεκτίμητη και πολυπόθητη εθνική ανεξαρτησία.
