«Ο κ. Μητσοτάκης επανανακάλυψε τη βιομηχανία, αυτή τη φορά μερικούς μήνες πριν από τις εκλογές», επισημαίνει σε δήλωσή της η ΕΛΑΣ, κατακρίνοντας το γεγονός ότι «μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, παρουσίασε ένα “νέο πλαίσιο μεταρρυθμίσεων”, επανέλαβε τις κοινότοπες υποσχέσεις για απλοποίηση διαδικασιών, φθηνή ενέργεια, επενδύσεις και κοινοτικά κονδύλια και διαβεβαίωσε – για μία ακόμη φορά – για ένα νέο παραγωγικό πρότυπο».
«Το ζήτημα είναι ότι η κυβέρνηση είχε ήδη παρουσιάσει από το 2022 την “πρώτη Εθνική Στρατηγική Βιομηχανίας”, με 43 δράσεις και συγκεκριμένους στόχους: η συμβολή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ να ανέλθει στο 13% ως το 2027, οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων στο 15% και η απασχόληση στο 12%. Έναν χρόνο πριν από την καταληκτική ημερομηνία, ο πρωθυπουργός δεν έδωσε κανέναν απολογισμό. Δεν ανέφερε ποιοι στόχοι υλοποιήθηκαν, ποιοι ναυάγησαν και για ποιους λόγους. Απλώς παρουσίασε ως “νέο ξεκίνημα” όσα η κυβέρνησή του είχε ήδη υποσχεθεί να υλοποιήσει», αναφέρει η δήλωση και προσθέτει:
«Ούτε οι ευνοϊκές εξελίξεις που όντως υπάρχουν μπορούν να συγκαλύψουν την πραγματικότητα. Οι νέες θέσεις εργασίας στον βιομηχανικό τομέα είναι θετικές. Όμως η χώρα συνεχίζει να καταγράφει παραγωγικότητα μόλις στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Οι εταιρικές επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη παραμένουν στο 0,9% του ΑΕΠ, έναντι 1,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η προστιθέμενη αξία της μεταποίησης μέσης και υψηλής τεχνολογίας κινείται στο 2%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος υπερβαίνει το 5%».
«Αυτά δεν τα διαπιστώνει η αντιπολίτευση. Τα καταγράφει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην έκθεσή της για την Ελλάδα», υπογραμμίζει η ΕΛΑΣ μεταξύ άλλων, ενώ καταλογίζει στον πρωθυπουργό ότι «ζητά και τρίτη θητεία τεσσάρων ετών για να επιτύχει όσα δεν κατόρθωσε σε δύο».
«Συμφωνούμε ωστόσο σε κάτι με τον κ. Μητσοτάκη: “Μπορούμε καλύτερα”. Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη υποστηρίζει διαχρονικά ότι η βιομηχανική πολιτική απαιτεί συνέχεια, σοβαρότητα και εθνική συναίνεση», σημειώνει, αναδεικνύοντας την αναγκαιότητα μιας «βιομηχανικής πολιτικής με δεκαετές σχέδιο, σταθερούς κανόνες, προσιτή ενέργεια, διασύνδεση της έρευνας με την παραγωγή και δημόσια στήριξη που αφήνει στη χώρα επενδύσεις, τεχνογνωσία και ποιοτικές θέσεις εργασίας». «Όλα τα υπόλοιπα αποτελούν βιομηχανία… εξαπάτησης», καταλήγει η δήλωση.
