web analytics

Η τοποθέτηση Γεωργιάδη στη Σύνοδο του Economist για τις πολιτικές κατά του καρκίνου.

Η αντιμετώπιση του καρκίνου εξακολουθεί να βρίσκεται στις πρώτες θέσεις των στόχων δημόσιας υγείας, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Η ΕΕ έχει θεσμοθετήσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο πολιτικών, με πυρήνα το «Ευρωπαϊκό Σχέδιο για την Καταπολέμηση του Καρκίνου». Το εν λόγω σχέδιο επιδιώκει την ολιστική διαχείριση της νόσου, καλύπτοντας όλα τα στάδια: πρόληψη, έγκαιρη διάγνωση, θεραπεία και βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών και των επιζώντων, ενώ παράλληλα εστιάζει στη μείωση των ανισοτήτων μεταξύ των κρατών-μελών.

Η Ελλάδα, ως μέλος της ΕΕ, ενσωματώνει τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις στις εθνικές της πολιτικές, συμμετέχοντας ενεργά σε κοινές δράσεις και προγράμματα, όπως τόνισαν οι ομιλητές στην έκτη ετήσια Σύνοδο Κορυφής για τον Καρκίνο στην Ελλάδα, με τίτλο «Η καταπολέμηση του καρκίνου σε ταραγμένες εποχές», που διοργανώνεται από το Economist.

Κατά την ομιλία του στο συνέδριο, ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης ανέφερε ότι έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση ένα νέο σύστημα που διευκολύνει την ταχύτερη πρόσβαση των καινοτόμων φαρμάκων στην Ελλάδα.

Ανέδειξε την ανάγκη συνεργασίας της πολιτείας με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, ώστε να υπάρξει ισορροπία μεταξύ καινοτομίας και δημοσιονομικών περιορισμών. Υπογράμμισε ότι η κυβερνητική πολιτική εστιάζει στην υποστήριξη των ασθενών, τονίζοντας ότι ήδη υλοποιούνται εθνικά σχέδια για την αντιμετώπιση του καρκίνου.

Παρά τις προκλήσεις των τελευταίων 15 ετών, τόνισε ότι έχει οικοδομηθεί εμπιστοσύνη τόσο με την ιατρική κοινότητα όσο και με τους ασθενείς και σημείωσε πως, αν και απομένουν πολλά βήματα, η χώρα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.

Ο υπουργός αναφέρθηκε επίσης στη φαρμακευτική πολιτική, επισημαίνοντας ότι η αμερικανική αγορά, ως η μεγαλύτερη παγκοσμίως, επηρεάζει αναπόφευκτα τις εξελίξεις διεθνώς. Όπως ανέφερε, όταν συμβαίνει κάτι σημαντικό στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι αδύνατο να μην υπάρξουν επιπτώσεις και στις υπόλοιπες αγορές, με βασικό ζήτημα τον εφοδιασμό των χωρών με φάρμακα.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο ενδεχόμενο ευθυγράμμισης των τιμών, το οποίο εάν υλοποιηθεί, θα μπορούσε να φέρει ριζικές αλλαγές στο παγκόσμιο φαρμακευτικό τοπίο. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η μετάβαση αυτή δεν θα είναι εύκολη και θα συνοδευτεί από προκλήσεις.

Ως απάντηση σε αυτές τις εξελίξεις, ανέδειξε τη σημασία της μεγαλύτερης ενοποίησης, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο. Σημείωσε ότι, ως σύνολο, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ισότιμη σε ισχύ με τις Ηνωμένες Πολιτείες και εκτίμησε ότι οι διεθνείς αλλαγές θα οδηγήσουν αναγκαστικά σε μεγαλύτερη ευθυγράμμιση των πολιτικών εντός της ΕΕ.

Ο Εμμανουήλ Σαλούστρος – αναπληρωτής καθηγητής Ιατρικής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας / πρόεδρος ΔΣ, Ελληνικής Εταιρείας Παθολογικής Ογκολογίας, ανέδειξε τις βασικές προτεραιότητες για την πρόοδο του συστήματος:

Επισήμανε ότι η Ελλάδα διαθέτει το απαραίτητο επιστημονικό δυναμικό για την υλοποίηση αυτών των στόχων και υπογράμμισε ότι η συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων είναι κρίσιμη.

Από την πλευρά του, ο Γιώργος Καπετανάκης – πρόεδρος της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καρκίνου, σημείωσε ότι, ενώ η ογκολογία βρίσκεται σε περίοδο σημαντικών εξελίξεων, οι ασθενείς δεν βιώνουν πάντα άμεσα τα οφέλη αυτών των αλλαγών.

Αναφέρθηκε σε κρίσιμα ζητήματα όπως:

Έθεσε το βασικό ερώτημα κατά πόσο το σύστημα υγείας μπορεί να υποστηρίξει αυτές τις αλλαγές, τονίζοντας ότι οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να φτάνουν ουσιαστικά στους ασθενείς.

Τόνισε επίσης ότι διαμορφώνεται μια πιο ολιστική προσέγγιση στην ογκολογική φροντίδα, με έμφαση και στην ποιότητα ζωής. Οι σύλλογοι ασθενών δηλώνουν έτοιμοι να συμβάλουν στον σχεδιασμό του εθνικού σχεδίου δράσης για τον καρκίνο.

Ο κ. Καπετανάκης κατέληξε ότι τρία είναι τα βασικά ζητήματα:

Τέλος, ο Κύριλλος Σκίβερ – πρόεδρος Περιφέρειας Μεσοευρωπαϊκής Ομοσπονδίας, MSD, τόνισε ότι ο διάλογος και η συνεργασία μεταξύ των φορέων αποτελούν ένδειξη προόδου προς ένα πιο ασθενοκεντρικό σύστημα υγείας.

Υπογράμμισε τη σημασία της κλινικής έρευνας, σημειώνοντας ότι αυτή τη στιγμή διεξάγονται περίπου 80 μελέτες στην Ελλάδα, ως αποτέλεσμα της συνεργασίας όλων των εμπλεκόμενων πλευρών.

Επισήμανε ότι το επόμενο βήμα είναι η ενίσχυση των μητρώων ασθενών, ώστε να αξιολογείται τι αποδίδει και τι όχι, και να ευθυγραμμίζονται καλύτερα οι παρεμβάσεις. Κατέληξε ότι στο επίκεντρο πρέπει να βρίσκονται οι ασθενείς και ότι η Ελλάδα έχει ήδη σημειώσει σημαντική πρόοδο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *