Την αναγκαιότητα καθιέρωσης ενός νέου ευρωπαϊκού μηχανισμού επείγουσας ανάγκης για την αντιμετώπιση της χρησιμοποίησης των μεταναστευτικών ροών ως μέσου πίεσης υπογραμμίζει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης σε άρθρο του στο Politico, επισημαίνοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει μια νέα μορφή υβριδικής απειλής που ξεπερνά τα όρια της συμβατικής μεταναστευτικής διαχείρισης.
«Σε σαφώς οριοθετημένες έκτακτες περιπτώσεις ακραίας και δυσανάλογης πίεσης -είτε στα χερσαία σύνορα είτε μετά από μαζικές αφίξεις διά θαλάσσης- τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν τη δυνατότητα, εντός ενός ειδικού καθεστώτος επείγουσας ανάγκης της ΕΕ, να αναβάλλουν προσωρινά την κατάθεση αιτήσεων ασύλου από νεοεισερχόμενους, προχωρώντας παράλληλα στην ταχεία επαναπροώθηση όσων στερούνται δικαιώματος παραμονής, σε πλήρη συμμόρφωση με τις νομικές δεσμεύσεις της ΕΕ» προτείνει στο κείμενό του ο Έλληνας πρωθυπουργός.
«Το περιβάλλον ασφαλείας της Ευρώπης έχει μετασχηματιστεί ριζικά. Πέρα από τις παραδοσιακές στρατιωτικές απειλές και τις κυβερνοεπιθέσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει ολοένα και περισσότερο μια πιο υποχθόνια μορφή υβριδικής πίεσης: την εσκεμμένη χρησιμοποίηση της μετανάστευσης από κρατικούς και μη κρατικούς φορείς, οι οποίοι επιδιώκουν να δοκιμάσουν την ανθεκτικότητα της Ευρώπης, να υπονομεύσουν τη συνοχή της και να αποσπάσουν πολιτικές παραχωρήσεις.
Τα πρόσφατα γεγονότα στα ευρωπαϊκά σύνορα, και ιδίως στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα, αποτελούν την πιο πρόσφατη υπενθύμιση ότι η μετανάστευση δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά ένα ανθρωπιστικό ζήτημα ή μια πρόκληση διαχείρισης. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχει μετατραπεί σε μέσο γεωπολιτικού εκβιασμού.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στο ζήτημα αυτό με το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Έχει θεσπίσει μηχανισμούς για τη διαχείριση των μεταναστευτικών πιέσεων, οι οποίοι προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ευελιξία στις διαδικασίες και αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών. Ωστόσο, τα εργαλεία αυτά έχουν σχεδιαστεί για καταστάσεις που παραμένουν, στην ουσία τους, διαχειρίσιμες. Δεν επαρκούν σε σενάρια όπου η μετανάστευση χρησιμοποιείται ως μέσο πίεσης ή όπου οι μεταναστευτικές ροές οργανώνονται, ενισχύονται ή διευκολύνονται με τρόπο που δημιουργεί μια de facto υβριδική απειλή.
Είναι αλήθεια ότι ακόμη δεν γνωρίζουμε τι προκάλεσε τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στη Θέουτα την περασμένη εβδομάδα. Ωστόσο, παρόμοια περιστατικά δεν είναι άγνωστα.
Η Ελλάδα αντιμετώπισε μια ανάλογη κατάσταση στα χερσαία σύνορά της με την Τουρκία, στον Έβρο, το 2020, ενώ το ίδιο συνέβη και στη Λιθουανία, την Πολωνία και τη Λετονία στα σύνορά τους με τη Λευκορωσία το 2021. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν παρατηρήθηκε μια σταδιακή αύξηση των αφίξεων, αλλά ξαφνικές, μαζικές και συχνά συντονισμένες μετακινήσεις ανθρώπων -ορισμένες φορές δεκάδων χιλιάδων μέσα σε ελάχιστες ημέρες- οι οποίες υπερβαίνουν τις δυνατότητες των εθνικών αρχών και δοκιμάζουν την ανθεκτικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σύνολό της.
Υπό τέτοιες ακραίες συνθήκες, η άμεση και πλήρης εφαρμογή των καθιερωμένων διαδικασιών ασύλου και υποδοχής για όλους τους αφιχθέντες δεν είναι απλώς δυσχερής, συχνά είναι ανέφικτη. Τα συστήματα κινδυνεύουν να καταρρεύσουν, η εμπιστοσύνη των πολιτών διαβρώνεται και η ίδια η λειτουργία του χώρου Σένγκεν δοκιμάζεται.
Η Ευρώπη οφείλει να αναγνωρίσει αυτό το κενό και να δράσει αποφασιστικά.
Αυτό που απαιτείται είναι ένα ειδικό ευρωπαϊκό πλαίσιο για την αντιμετώπιση καταστάσεων μαζικής μεταναστευτικής πίεσης και χρησιμοποίησης της μετανάστευσης ως μέσου πίεσης, με σαφή και αντικειμενικά κριτήρια ενεργοποίησης. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να συνδυάζουν ποσοτικά στοιχεία -όπως η έκταση και η ταχύτητα των αφίξεων σε σχέση με τις δυνατότητες κάθε χώρας- με ποιοτικούς δείκτες, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ενδείξεων συντονισμού, διευκόλυνσης ή εμπλοκής τρίτων χωρών ή δικτύων οργανωμένου εγκλήματος.
Με την ενεργοποίησή του εντός ενός ειδικά οριοθετημένου καθεστώτος επείγουσας ανάγκης της ΕΕ, ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να επιτρέπει την προσωρινή, αναλογική και αυστηρά ελεγχόμενη προσαρμογή των συνήθων διαδικασιών. Οι ταχείες διαδικασίες ασύλου πρέπει επίσης να συνεχίσουν να αποτελούν μέρος των διαθέσιμων μέσων, ιδίως για άτομα που προέρχονται από χώρες με χαμηλά ποσοστά αναγνώρισης διεθνούς προστασίας.
Ωστόσο, αυτό δεν επαρκεί. Η Ευρώπη πρέπει να είναι ειλικρινής όσον αφορά τα όρια των ταχέων διαδικασιών ασύλου. Σε σαφώς οριοθετημένες έκτακτες περιπτώσεις ακραίας και δυσανάλογης πίεσης -είτε στα χερσαία σύνορα είτε μετά από μαζικές αφίξεις διά θαλάσσης- τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν τη δυνατότητα, εντός ενός ειδικού καθεστώτος επείγουσας ανάγκης της ΕΕ, να αναβάλλουν προσωρινά την κατάθεση αιτήσεων ασύλου από νεοεισερχόμενους, προχωρώντας παράλληλα στην ταχεία επαναπροώθηση όσων στερούνται δικαιώματος παραμονής, σε πλήρη συμμόρφωση με τις νομικές δεσμεύσεις της ΕΕ.
Αυτό δεν συνιστά απομάκρυνση από τις αξίες της Ευρώπης, αλλά αναγκαία προσαρμογή στις νέες πραγματικότητες.
Επιπλέον, κάθε τέτοιο μέτρο πρέπει να είναι αυστηρά περιορισμένο χρονικά, αναλογικό και να συνοδεύεται από ισχυρές δικλίδες ασφαλείας. Ο πλήρης σεβασμός του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και της αρχής της μη επαναπροώθησης παραμένει αδιαπραγμάτευτος. Ταυτόχρονα, η τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων πρέπει να συμβαδίζει με την ικανότητα της ΕΕ να προστατεύει τα σύνορά της και να διαφυλάσσει την εσωτερική της σταθερότητα.
Είναι καθοριστικής σημασίας ότι αυτή η ισορροπία δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς πραγματική ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Κανένα κράτος μέλος που αντιμετωπίζει τέτοιου είδους πίεση δεν θα πρέπει να καλείται να την αντιμετωπίσει μόνο του. Η επιχειρησιακή υποστήριξη από τους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι συντονισμένες προσπάθειες επιστροφών, καθώς και η οικονομική και τεχνική βοήθεια πρέπει να κινητοποιούνται αυτομάτως κάθε φορά που ενεργοποιείται ένας τέτοιος μηχανισμός.
Χωρίς ένα τέτοιο πλαίσιο, οι κίνδυνοι είναι προφανείς. Οι χώρες της πρώτης γραμμής παραμένουν εκτεθειμένες, τα κίνητρα για εχθρικούς φορείς να εκμεταλλευτούν τη μετανάστευση για γεωπολιτικούς σκοπούς ενισχύονται και οι εσωτερικές διαιρέσεις εντός της Ένωσης εντείνονται. Το σημαντικότερο είναι ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ικανότητα της Ευρώπης να διαχειρίζεται αποτελεσματικά, δίκαια και συλλογικά τα σύνορά της θα συνεχίσει να διαβρώνεται.
Η Ευρώπη προσαρμόζει διαχρονικά τις πολιτικές της στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Η μετανάστευση δεν αποτελεί εξαίρεση. Και η αναγνώριση ότι η μετανάστευση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πίεσης δεν είναι κινδυνολογία, είναι ρεαλισμός.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει πλέον να εξοπλιστεί με τα νομικά και επιχειρησιακά μέσα που απαιτούνται για την προστασία των εξωτερικών συνόρων της, την αποτροπή όσων επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν τον ανοιχτό χαρακτήρα της και την αντιμετώπιση αυτής της νέας πραγματικότητας με αποφασιστικότητα, νομιμότητα και συλλογικότητα».
