Σε άρθρο του στην «Εφημερίδα των Συντακτών» με τίτλο «Ώρα ευθύνης», ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στέλνει πολιτικό σήμα ενόψει της ίδρυσης του νέου του κόμματος. Εκεί αναλύει τις επόμενες κινήσεις του, την ίδια στιγμή που ασκεί σκληρή κριτική στην κυβέρνηση αλλά και στα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Συγκεκριμένα, επισημαίνει μεταξύ άλλων:
– Μέχρι πότε θα ανεχόμαστε μια κυβέρνηση που ταυτίζεται με τη φθορά και τη διαφθορά να προσβάλλει καθημερινά το λαό και τη δημοκρατία, να καταστρατηγεί το κράτος δικαίου και τη Δικαιοσύνη, να διασπαθίζει τα δημόσια και τα ευρωπαϊκά ταμεία και να καλλιεργεί το ψέμα και την απάτη σαν βασικό εργαλείο της πολιτικής της;
– Η πλειοψηφία της κοινωνίας σήμερα δυσκολεύεται να φτάσει στο τέλος του μήνα και να προμηθευτεί τα απαραίτητα αγαθά. Το ζούμε και το ακούμε σε κάθε συζήτηση με τους ανθρώπους γύρω μας και το διαπιστώνουμε σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Όπου η πλειοψηφία απαντά ότι το 2019, παρότι είχαμε βγει από τα μνημόνια, οι οικονομικές συνθήκες ήταν καλύτερες, τα 3/4 δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα φέρουν βόλτα και πάνω από 70% ζητούν πολιτική αλλαγή.
– Μπορεί όμως η αλλαγή να έρθει αν τα δεδομένα παραμείνουν ίδια; Αρκεί η δυσαρέσκεια των πολιτών προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη για να την πυροδοτήσει; Όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι δεν επαρκεί.
– Διότι δεν υφίσταται σθεναρή και ουσιαστική εναλλακτική κυβερνητική πρόταση απέναντι στην παρούσα κυβέρνηση.
– Μια νέα και δυνατή κυβερνώσα Αριστερά, προγραμματικά ενιαία και βαθιά ανανεωμένη, αποτελεί ζωτική ανάγκη. Κοινωνική αλλά και εθνική. Και πλησιάζει η στιγμή που όλοι θα χρειαστεί να πάρουμε τις ευθύνες μας.
Όσοι αφιέρωσαν χρόνο να παρακολουθήσουν τη συζήτηση στη Βουλή, όχι μόνο δεν πήραν απαντήσεις για τα σκάνδαλα που βαραίνουν την κυβέρνηση —όπως η υπονόμευση του κράτους δικαίου και η διασπάθιση δημοσίου χρήματος— αλλά πιθανότατα αναδύθηκαν έχοντας ένα επιπλέον καίριο και σχεδόν υπαρξιακό ερώτημα.
Μέχρι πότε;
Μέχρι πότε θα επιτρέπουμε σε μια κυβέρνηση ταυτόσημη με τη φθορά και τη διαφθορά να προσβάλλει το λαό και τη δημοκρατία, να στραγγαλίζει το κράτος δικαίου και τη Δικαιοσύνη, να λεηλατεί τα δημόσια και τα ευρωπαϊκά ταμεία και να καλλιεργεί το ψέμα και την απάτη ως βασικό συστατικό της πολιτικής της;
Μέχρι πότε θα ανεχόμαστε έναν πρωθυπουργό που αντιμετωπίζει το κράτος σαν λάφυρο, να φυλακίζει το Σύνταγμα στα όρια της προσωπικής του ηθικής και να βλέπει τους Έλληνες είτε ως πολιτικά αναλφάβητους είτε, ακόμα χειρότερα, ως διατεθειμένους συνεργούς και συνενόχους στη γενικευμένη παρανομία και συγκάλυψη;
Μέχρι πότε το έγκλημα θα βαπτίζεται «λάθος», η ενοχή θα κρύβεται πίσω από διαχρονικές παθογένειες, η διαχείριση του δημοσίου χρήματος πίσω από διακομματικές ευθύνες, η καταπάτηση του Συντάγματος πίσω από νομικίστικες ακροβασίες και ο πρωθυπουργός πίσω από αποδιοπομπαίους συνεργάτες;
Μέχρι πότε θα δεχόμαστε πολιτικές που κατατάσσουν την Ελλάδα στη ζώνη υψηλού κινδύνου, την καθιστούν μέρος του πολέμου και χειρίζονται την κρίσιμη διεθνή συγκυρία ως ευκαιρία για τεράστια αναδιανομή πλούτου από την κοινωνική πλειοψηφία προς την ολιγαρχία των καρτέλ;
Η πλειοψηφία της κοινωνίας σήμερα αδυνατεί να φτάσει στο τέλος του μήνα και να προμηθευτεί βασικά αγαθά. Το βιώνουμε και το ακούμε σε κάθε συζήτηση με ανθρώπους του περιβάλλοντός μας και το επιβεβαιώνουν όλες οι μετρήσεις της κοινής γνώμης. Εκεί η πλειοψηφία απαντά ότι το 2019, παρότι είχαμε βγει από τα μνημόνια, οι οικονομικές συνθήκες ήταν καλύτερες, τα 3/4 δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα και πάνω από 70% ζητούν πολιτική αλλαγή.
Μπορεί όμως η αλλαγή να προκύψει αν τα πράγματα μείνουν ως έχουν;
Αρκεί η δυσαρέσκεια των πολιτών προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη για να την επιφέρει;
Όλα δείχνουν πως δεν φτάνει.
Διότι δεν υπάρχει ισχυρή και πραγματικά εναλλακτική κυβερνητική δύναμη και πρόταση απέναντι στην τωρινή κυβέρνηση.
Όχι συμπληρωματική, αλλά καθαρά αντιπαραθετική.
Αυτός είναι ο βασικός λόγος που, ενώ η κυβέρνηση Μητσοτάκη βυθίζεται στη διαφθορά και στις ανισότητες που παράγει, φαίνεται παρόλα αυτά να επιπλέει. Και, αν κάποιος το δει «μισογεμάτο», μπορεί να υποθέσει ότι κυριαρχεί κιόλας.
Γιατί δεν υπάρχει αντίπαλο δέος.
Όχι μόνο στις δημοσκοπικές βελόνες, αλλά κυρίως στο πολιτικό αφήγημα, στο όραμα για τη διακυβέρνηση της χώρας.
Αυτό διασώζει σήμερα την πιο κυνική και διαβρωμένη κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης.
Ο χρόνος όμως μετράει αντίστροφα για την ασφάλεια της πατρίδας και την καθημερινότητα του πολίτη.
Αν δεν αλλάξει κάτι δραματικά, αν όλοι οι παράγοντες φθοράς, κινδύνου και κρίσης παραμείνουν ως έχουν, τότε τα χειρότερα βρίσκονται μπροστά για τη χώρα και την κοινωνία.
Και η διαπίστωση αυτή μας αφορά όλους.
Κυρίως τους προοδευτικούς πολίτες, τις δυνάμεις της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης.
Κανείς δεν δικαιούται να μένει στη βολή του.
Ένα μεγάλο δημοκρατικό «ξεβόλεμα», μια ριζική ανασύνθεση του δημοκρατικού και προοδευτικού χώρου, θεμελιωμένη στη δικαιοσύνη, την εντιμότητα και σε έναν νέο πατριωτισμό, είναι ζωτική ανάγκη.
Μια νέα και ισχυρή κυβερνώσα Αριστερά, προγραμματικά συμπαγής και ριζικά ανανεωμένη, είναι ζωτική ανάγκη.
Κοινωνική αλλά και εθνική.
Και πλησιάζει η στιγμή που όλοι θα κληθούμε να αναλάβουμε τις ευθύνες μας.
