web analytics

Η επιστροφή των εκτοπισμένων στο νότιο Λίβανο

Από τα παράθυρα των οχημάτων, μικρά παιδιά βγάζουν τα χέρια τους και σχηματίζουν το σήμα της νίκης, καθώς διασχίζουν μια πρόχειρη γέφυρα που στήθηκε εσπευσμέκα τα μεσάνυχτα πάνω από τον ποταμό Λιτάνι, ακολουθώντας την ανακοίνωση της κατάπαυσης του πυρός στον Λίβανο. Μπροστά τους, όμως, απλώνονται βομβαρδισμένα ερείπια και μια σκληρή πραγματικότητα.

Σχεδόν ένας στους τέσσερις Λιβανέζους εγκατέλειψε το σπίτι του, τόσο στα νότια όσο και σε άλλες ζώνες με κυρίως σιιτικό πληθυσμό, ύστερα από ισραηλινές προειδοποιήσεις για αποχώρηση, την ώρα που χωριά και συνοικίες ισοπεδώνονταν επί έξι εβδομάδες.

Το Ισραήλ υποστηρίζει ότι δεν έβαζε στόχο αμάχους, σε μια στρατιωτική επιχείρηση την οποία χαρακτηρίζει απαραίτητη για την προστασία των δικών του πολιτών από τη σιιτική, φιλοϊρανική οργάνωση Χεζμπολάχ.

Η δεκαήμερη κατάπαυση που ανακοινώθηκε την Πέμπτη χαρίζει μικρή ανακούφιση και επιτρέπει σε πολλούς εκτοπισμένους να γυρίσουν σε ό,τι έχει απομείνει από τα σπίτια τους, ευχόμενοι για διαρκή ειρήνη. Δεκάδες χιλιάδες, ωστόσο, δεν μπορούν να επιστρέψουν: τα σπίτια τους έχουν εξαφανιστεί ή βρίσκονται σε περιοχές που εξακολουθούν να ελέγχονται από τον ισραηλινό στρατό.

Το ασημί σεντάν της οικογένειας Χαλάμπι ήταν ένα από τα οχήματα που συνωστίζονταν στον παραλιακό δρόμο για να διασχίσουν τον Λιτάνι, εκεί όπου το Ισραήλ κατέστρεψε όλες τις γέφυρες που συνδέουν το νότιο Λίβανο με την υπόλοιπη χώρα.

Εργάτες με μπουλντόζες και εκσκαφείς δούλευαν όλη τη νύχτα κάτω από προβολείς, σηκώνοντας χώμα και συντρίμμια στην Κασμίγια, εκεί όπου κάποτε υπήρχε γέφυρα και τώρα απομένει μόνο ένας σωρός παλιοσίδερα.

Μετά από 10 ώρες στο αυτοκίνητο –για μια διαδρομή που συνήθως κρατά μόνο μία– η οικογένεια πέρασε δίπλα από σωρούς ερειπίων και το όχημά της μπήκε αργά στην Τύρο, ιστορική πόλη του νότιου Λιβάνου, μεταδίδει το ΑΠΕ ΜΠΕ.

«Αυτά είναι τα πρώτα παιδιά που ήρθαν, τα παιδιά του γιου μου», είπε ο 80χρονος Σόμπι Χαλάμπι, αγκαλιάζοντας τα εγγόνια του που ξαναπάτησαν το διαμέρισμά του, στολισμένο με οικογενειακές φωτογραφίες και πορτρέτα ηγετών της Χεζμπολάχ.

Για πολλούς άλλους, η επιστροφή δεν συνοδεύεται από πανηγυρικές σκηνές. Συντρίμμια φράσσουν τους δρόμους και κτίρια έχουν καταρρεύσει. Στους εναπομείναντες τοίχους κρέμονται αφίσες με φωτογραφίες ντόπιων που έπεσαν πολεμώντας τις ισραηλινές δυνάμεις.

Για άλλους, τα πιο έντονα ίχνη του πολέμου εμφανίστηκαν στην αρχή της διαδρομής τους, καθώς διέσχιζαν τα νότια προάστια της Βηρυτού. Καμένα, διαλυμένα οχήματα παρασυρμένα στους δρόμους, ανακατεμένα με χαλάσματα κτιρίων. Πολυκατοικίες χωρίς προσόψεις, σαν τεράστια κουκλόσπιτα με τα δωμάτιά τους εκτεθειμένα στο φως.

Στη Ναμπατίγια, μια από τις πόλεις του νότιου Λιβάνου που δέχθηκαν σφοδρό χτύπημα, ο Φάντελ Μπαντρεντίν δεν μπορούσε να χωρέσει το μέγεθος της καταστροφής. Ενώ οχήματα φορτωμένα με στρώματα και προσωπικά αντικείμενα έμπαιναν στην πόλη, δήλωσε ότι ο ίδιος, η σύζυγος και ο γιος του δεν μπορούν να μείνουν εκεί προς το παρόν. «Παίρνουμε τα πράγματά μας και φεύγουμε πάλι. Ο Θεός να δώσει να τελειώσει όλο αυτό οριστικά, όχι πρόσκαιρα, για να γυρίσουμε σπίτι μας», είπε.

Σύμφωνα με τις λιβανέζικες αρχές, πάνω από 7.000 κατοικίες αφανίστηκαν ή υπέστησαν σοβαρές ζημίες αποκλειστικά στην περιοχή της Ναμπατίγια.

Δεν τόλμησαν όλες οι εκτοπισμένες οικογένειες να ξαναγυρίσουν. Ο 62χρονος Κόντορ Μουζάναρ, από το χωριό Σουάνεχ του νότιου Λιβάνου, έζησε όλο τον πόλεμο σε σκηνή από μουσαμά, στο στάδιο Καμίλ Σαμούν της Βηρυτού.

«Το χωριό είναι το σπίτι μου, η γενέτειρά μου, σημαίνει πολλά για μένα. Είναι τα παιδιά χρόνια μου, η ζωή του, οι παππούδες, οι συγγενείς, ο κόσμος. Μου λείπουν όλοι. Είμαστε μια κοινότητα», είπε. Παρά τη νοσταλγία του, δεν πιστεύει ότι το Ισραήλ θα σεβαστεί την κατάπαυση και θα σταματήσουν οι βομβαρδισμοί. Μετά την εκεχειρία του 2024, το Ισραήλ συνέχισε τα αεροπορικά πλήγματα στον νότο, ενώ Ισραήλ και Χεζμπολάχ αλληλοκατηγορούνταν για παραβιάσεις.

Ο Κόντορ θυμάται πόσο δύσκολα η οικογένειά του βρήκε καταφύγιο στη Βηρυτό τις πρώτες μέρες του πολέμου. Για δύο νύχτες κοιμήθηκαν μέσα στο αυτοκίνητό τους, περιμένοντας να τους δοθεί θέση, και τώρα φοβάται ότι θα ξαναζήσει το ίδιο, εάν γυρίσει και βρει το σπίτι του κατεστραμμένο.

«Ελπίζω ότι (η εκεχειρία) θα συνεχιστεί και η κατάσταση θα ηρεμήσει και οι άνθρωποι θα επιστρέψουν στα σπίτια τους. Αλλά υπό τον όρο ότι θα επιστρέψουν χωρίς να έχουμε, καθημερινά, να πηγαίνει κάποιος στη δουλειά του και να σκοτώνεται», κατέληξε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *