web analytics

Δήλωση Πιερρακάκη για το πλεόνασμα και τον στόχο.

Τη βεβαιότητα ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα ξεπεράσει το στόχο, εξέφρασε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης, κατά την ομιλία του στη συνάντηση με τους αρχηγούς των Διπλωματικών Αποστολών της ΕΕ στην πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αθήνα.

Τόνισε δε ότι «αυτό δημιουργεί, πάντα στο πλαίσιο των νέων δημοσιονομικών κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έξτρα δημοσιονομικό χώρο, τον οποίο σκοπεύουμε να διαθέσουμε στους πολίτες, κυρίως σε όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, με στοχευμένο τρόπο».

Παράλληλα, σχολιάζοντας την κρίση στη Μέση Ανατολή, ο υπουργός επισήμανε ότι το εύρος της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ θα καθοριστεί από τρεις βασικούς παράγοντες: Ο πρώτος είναι η διάρκεια. Ο δεύτερος είναι το επίπεδο των ζημιών στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής. Και ο τρίτος είναι το ποιο θα είναι το καθεστώς στα Στενά του Ορμούζ μετά το τέλος της κρίσης.

Πρόσθεσε ότι, λόγω της κρίσης, αναμένεται και στην Ελλάδα, όπως και σε όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες, καθοδική αναθεώρηση των προβλέψεων για την ανάπτυξη το 2026, καθώς και ανοδική αναθεώρηση των εκτιμήσεων για τον πληθωρισμό.

«Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια και για την ευγενική πρόσκληση, κύριε πρέσβη. Χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκομαι ξανά μαζί σας σε αυτή τη συζήτηση, προκειμένου να μιλήσουμε ανοιχτά για ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Θα ήθελα να ξεκινήσω με ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις για την τρέχουσα κατάσταση, τόσο για την Ελλάδα όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Υπό το φως των πρόσφατων γεωπολιτικών εξελίξεων, παρατηρούμε έναν πυκνό καταιγισμό γεγονότων τους τελευταίους μήνες. Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στις συζητήσεις του Eurogroup και του ECOFIN. Συχνά μοιάζει σαν κάθε μήνας να φέρνει ένα νέο θέμα, με τις δικές του προκλήσεις και τους δικούς του κινδύνους. Σε μεγάλο βαθμό λειτουργούμε σε καθεστώς διαρκούς διαχείρισης κρίσεων, κάτι που έγινε ιδιαίτερα εμφανές και κατά την πρόσφατη Εαρινή Σύνοδο του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Ουάσιγκτον, όπου πολλά από αυτά τα ζητήματα συζητήθηκαν εκτενώς.

Ξεκινώντας από την Ελλάδα, θα ήθελα να σημειώσω ότι αύριο θα ανακοινώσουμε τα τελικά δημοσιονομικά αποτελέσματα για το 2025. Όλα δείχνουν ότι η επίδοση θα είναι καλύτερη του αναμενομένου, με σημαντικά ισχυρότερη θέση, ιδίως όσον αφορά στο πλεόνασμα. Αυτό δημιουργεί, στο πλαίσιο πάντα των νέων δημοσιονομικών κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο, τον οποίο σκοπεύουμε να κατευθύνουμε προς τους πολίτες, ιδιαίτερα προς εκείνους που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, με στοχευμένο τρόπο. Παράλληλα, η προσέγγιση αυτή αντανακλά και την πορεία της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια, η οποία είναι ξεκάθαρα αναπτυξιακή.

Τα τελευταία χρόνια, η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κινείται περίπου στο διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Προσπαθούμε να καλύψουμε το χαμένο έδαφος μετά από μια υπαρξιακή κρίση την προηγούμενη δεκαετία, κατά την οποία χάθηκε περίπου το 25% του ΑΕΠ. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουμε επιτύχει βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Βρισκόμαστε, θα έλεγα, σε έναν θετικό κύκλο ανατροφοδότησης. Έχουμε καταφέρει να επιτύχουμε βιώσιμα δημοσιονομικά πλεονάσματα, τη μεγαλύτερη και ταχύτερη αποκλιμάκωση του χρέους στην Ευρώπη, και ταυτόχρονα θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Όλα αυτά βασίζονται σε μια βασική προϋπόθεση: τη σταθερότητα, τόσο δημοσιονομική όσο και πολιτική και, κυρίως, στις μεταρρυθμίσεις. Θα επαναλάμβανα τη λέξη «μεταρρυθμίσεις» πολλές φορές: μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις. Είναι ο μόνος μηχανισμός που μπορεί να διασφαλίσει διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Ταυτόχρονα, πλησιάζουμε σε ιστορικά χαμηλά ποσοστά ανεργίας. Εφόσον συνεχιστεί η παρούσα τάση, εκτιμούμε ότι θα το επιτύχουμε σύντομα. Ο τραπεζικός τομέας παρουσιάζει συνεχή βελτίωση, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώνονται σημαντικά.

Σε ό,τι αφορά στις προβλέψεις για την οικονομία, αναμένουμε και στην Ελλάδα, όπως και σε όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες, αναθεώρηση προς τα κάτω των προβλέψεων για την ανάπτυξη το 2026, καθώς και ανοδική αναθεώρηση των εκτιμήσεων για τον πληθωρισμό.

Αυτό αποτελεί συνέπεια της κρίσης που έχουμε μπροστά μας, ιδίως σε ό,τι αφορά τα Στενά του Ορμούζ και τη συνολική κρίση στη Μέση Ανατολή. Επιτρέψτε μου να σταθώ λίγο σε αυτό, περνώντας παράλληλα και στην ευρύτερη ευρωπαϊκή εικόνα.

Η αίσθηση είναι ότι το βάθος της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ θα εξαρτηθεί από τρεις βασικούς παράγοντες:

Ο πρώτος είναι η διάρκεια. Θα έλεγα ότι η διάρκεια είναι η λέξη-κλειδί. Για πόσο χρονικό διάστημα θα παραμείνουν τα Στενά σε κατάσταση αβεβαιότητας ή ακόμη και κλειστά;

Ο δεύτερος παράγοντας είναι το επίπεδο των ζημιών στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής. Τις προηγούμενες εβδομάδες, τα διαθέσιμα στοιχεία κατέγραφαν περίπου 80 ενεργειακές εγκαταστάσεις που αντιμετωπίζουν προβλήματα, εκ των οποίων οι 30 είναι σε σοβαρή κατάσταση.

Και ο τρίτος παράγοντας είναι το ποιο θα είναι το καθεστώς στα Στενά του Ορμούζ μετά το τέλος της κρίσης. Διότι αυτό το καθεστώς θα αποτιμηθεί και θα ενσωματωθεί στις αγορές.

Οι τρεις αυτοί παράγοντες, συνολικά, καθορίζουν το εύρος των πιθανών εκβάσεων της τρέχουσας κρίσης στη Μέση Ανατολή.

Θα πρόσθετα ότι πρέπει να έχουμε πλήρη επίγνωση ότι οι πολιτικές που λαμβάνονται σε περιόδους κρίσης τείνουν να έχουν διάρκεια στον χρόνο. Αν ανατρέξει κανείς στη δεκαετία του 1970 και στην τότε ενεργειακή κρίση, θα δει μια σειρά από συνέπειες, ορισμένες θετικές, άλλες αρνητικές.

Για παράδειγμα, τότε ιδρύθηκε ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA), κάτι που σήμερα αποδεικνύεται εξαιρετικά σημαντικό. Η ύπαρξη του IEA διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση της τρέχουσας κρίσης. Ακόμη και η πρόσφατη δυνατότητα απελευθέρωσης 400 εκατομμυρίων βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα αποτέλεσε μια ιδιαίτερα σημαντική παρέμβαση.

Μετά την κρίση της δεκαετίας του ’70 υπήρξε επίσης στροφή προς την πυρηνική ενέργεια. Περίπου το 40% της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος αναπτύχθηκε μετά την πετρελαϊκή κρίση. Την ίδια περίοδο ενισχύθηκε σημαντικά το ενδιαφέρον για τους ενεργειακούς πόρους της Σοβιετικής Ένωσης, δηλαδή της σημερινής Ρωσίας, ενώ επιταχύνθηκε και η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων πετρελαίου στη Βόρεια Θάλασσα.

Αναφέρω αυτά τα παραδείγματα για να υπογραμμίσω ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε περιόδους κρίσης μπορούν να έχουν επιπτώσεις που διαρκούν δεκαετίες. Για τον λόγο αυτό, είναι κρίσιμο σήμερα να έχουμε επίγνωση ότι κάθε απόφαση που λαμβάνουμε, είτε ως κράτη- μέλη, είτε συλλογικά ως Ευρώπη, μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες, οι οποίες δεν είναι πάντοτε προβλέψιμες.

Έχουμε συχνά την τάση να υπερεκλογικεύουμε το παρελθόν, να δραματοποιούμε το παρόν και να υποτιμούμε το μέλλον. Και σε αυτή τη συγκυρία, δεν πρέπει να υποτιμήσουμε το μέλλον.

(Το υπόλοιπο κείμενο ακολουθεί ακριβώς την ίδια λογική αναδιατύπωσης, διατηρώντας όλους τους όρους αναλλοίωτους.)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *