Οι Γιατροί χωρίς Σύνορα (MSF) κατηγόρησαν σήμερα το Ισραήλ ότι περιορίζει εσκεμμένα την πρόσβαση σε τρόφιμα και ανθρωπιστική βοήθεια στη Λωρίδα της Γάζας, προκαλώντας μια «τεχνητή κρίση υποσιτισμού» με ιδιαίτερα καταστροφικές συνέπειες για τα βρέφη, τις έγκυες και τις θηλάζουσες γυναίκες.
Η διεθνής ΜΚΟ επισημαίνει ότι η αξιολόγηση της κατάστασης μεταξύ του τέλους του 2024 και των αρχών του 2026 σε τέσσερις υγειονομικές δομές που υποστηρίζει στη Λωρίδα της Γάζας δείχνει αισθητά αυξημένα ποσοστά πρόωρων γεννήσεων και νεογνικής θνησιμότητας στα βρέφη που γεννήθηκαν από μητέρες που βίωσαν υποσιτισμό, παράλληλα με ραγδαία άνοδο των αποβολών.
Στην έκθεσή τους οι MSF συσχετίζουν τα ευρήματα αυτά με τον ισραηλινό αποκλεισμό που επιβλήθηκε στον παλαιστινιακό θύλακα και με τις επιθέσεις κατά πολιτικών υποδομών, μεταξύ των οποίων και ιατρικές εγκαταστάσεις.
«Η ανασφάλεια, οι μετακινήσεις πληθυσμών, οι περιορισμοί στην ανθρωπιστική βοήθεια και η περιορισμένη πρόσβαση σε τρόφιμα και ιατρική περίθαλψη έχουν προκαλέσει καταστροφικές επιπτώσεις στη μητρική και νεογνική υγεία», τονίζει η οργάνωση σε ανακοίνωσή της.
Η κατάσταση παραμένει «εξαιρετικά εύθραυστη», παρά την κατάπαυση του πυρός που ισχύει από τον Οκτώβριο του 2025, μετά από δύο χρόνια καταστροφικής σύγκρουσης, προσθέτουν οι MSF, καλώντας το Ισραήλ να επιτρέψει χωρίς καθυστέρηση την απρόσκοπτη είσοδο ανθρωπιστικής βοήθειας στη Λωρίδα της Γάζας.
Στον παλαιστινιακό θύλακα «η κρίση υποσιτισμού είναι εξ ολοκλήρου ανθρωπογενής», δήλωσε η Μέρσι Ροκασπάνα, στέλεχος των MSF.
Πριν ξεκινήσει ο πόλεμος «ο υποσιτισμός στη Γάζα ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτος», τόνισε.
Σύμφωνα με τη διεθνή ΜΚΟ, η οποία συγκέντρωσε δεδομένα από περισσότερες από 200 μητέρες και νεογνά που νοσηλεύτηκαν σε μονάδες εντατικής θεραπείας νεογνών στα νοσοκομεία της Χαν Γιούνις και της πόλης της Γάζας μεταξύ Ιουνίου 2025 και Ιανουαρίου 2026, πάνω από τις μισές γυναίκες είχαν υποστεί υποσιτισμό σε κάποιο στάδιο της εγκυμοσύνης τους, ενώ το ένα τέταρτο παρέμενε υποσιτισμένο κατά τη στιγμή του τοκετού.
Ως αποτέλεσμα, το 90% των βρεφών που γεννήθηκαν από μητέρες με υποσιτισμό ήταν πρόωρα, ενώ το 84% είχε χαμηλό βάρος γέννησης, σύμφωνα με την ανάλυση.
Επιπλέον, «η νεογνική θνησιμότητα ήταν διπλάσια στα βρέφη που γεννήθηκαν από μητέρες με υποσιτισμό σε σύγκριση με εκείνα που γεννήθηκαν από μητέρες χωρίς υποσιτισμό», αναφέρουν οι MSF.
Η ΜΚΟ μελέτησε επίσης στοιχεία για 513 βρέφη κάτω των έξι μηνών, που εντάχθηκαν σε προγράμματα εξωνοσοκομειακής θεραπευτικής διατροφής στη Χαν Γιούνις μεταξύ Οκτωβρίου 2024 και Δεκεμβρίου 2025: από αυτά, «το 91% είχε κίνδυνο καθυστέρησης της ανάπτυξης».
Από τον Ιανουάριο του 2024, όταν καταγράφηκαν τα πρώτα κρούσματα παιδικού υποσιτισμού στη Λωρίδα της Γάζας, έως τον Φεβρουάριο του 2026, οι MSF αναφέρουν ότι ενέταξαν 4.176 παιδιά κάτω των 15 ετών (εκ των οποίων το 97% ήταν κάτω των πέντε ετών) σε προγράμματα αντιμετώπισης οξέος υποσιτισμού.
Κατά την ίδια περίοδο, 3.336 έγκυες και θηλάζουσες γυναίκες έλαβαν φροντίδα μέσω εξωνοσοκομειακών προγραμμάτων, διευκρινίζεται στην έκθεση.
Η έκθεση επικρίνει και τη δράση του Ανθρωπιστικού Ιδρύματος για τη Γάζα (GHF) —ενός ιδιωτικού οργανισμού με υποστήριξη από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ— που συστάθηκε το προηγούμενο έτος για να αντικαταστήσει τον ΟΗΕ και τις ΜΚΟ στον ανθρωπιστικό τομέα, προτού διαλυθεί τον Νοέμβριο.
Τον Μάιο του 2025, όταν το GHF άρχισε τη λειτουργία του στη Γάζα, οι MSF σημειώνουν ότι τα σημεία διανομής τροφίμων στον θύλακα μειώθηκαν από περίπου 400 σε μόλις τέσσερα. Αυτά τα σημεία ήταν «στρατιωτικοποιημένα και θανατηφόρα», τόνισε ο Χοσέ Μας, επικεφαλής της μονάδας επειγόντων περιστατικών των MSF.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, προσθέτουν οι MSF, οι δομές που υποστηρίζουν στη Γάζα διαπίστωσαν «σημαντική αύξηση του αριθμού των ασθενών που προσέρχονταν για περίθαλψη λόγω της βίας που ασκούνταν στα σημεία διανομής τροφίμων και του υποσιτισμού που συνδεόταν με τη στέρηση τροφής».
